Η χθεσινή ανάρτηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απείλησε ότι εάν η Τεχεράνη δεν ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ θα βομβαρδίσει ανηλεώς το Ιράν έως την εξάλειψή του από τη μνήμη ή «θα το στείλει πίσω στη Λίθινη Εποχή», μας πήγε 60 χρόνια πίσω.
Ηταν το 1965, όταν ο τότε αρχηγός των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων Κέρτις ΛεΜέι στην αυτοβιογραφία του απειλούσε ότι θα έστελνε τους Βιετναμέζους «πίσω στη Λίθινη Εποχή». Αργότερα επιχείρησε να επανορθώσει σε συνέντευξή του ισχυριζόμενος πως είπε ότι «οι ΗΠΑ είχαν τη δυνατότητα να το πετύχουν κάνοντας χρήση μόνον αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεών τους».
Το ουσιώδες είναι ότι, δέκα χρόνια αργότερα, οι Αμερικανοί ηττηθέντες αποχώρησαν, το Βόρειο και το Νότιο Βιετνάμ ενώθηκαν και το 1976 δημιουργήθηκε η Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Βιετνάμ, μετά τη νίκη των κομμουνιστών Βιετκόγκ.
Εν τη ρύμη του λόγου, βεβαίως, διατυπώνονται και άστοχες αναφορές στο παρελθόν, αποκαλυπτικές της πιέσεως για την εξεύρεση διεξόδου από την άφρονα εμπλοκή σε μία περιπέτεια, που πλήττει τους συμμάχους της Ουάσιγκτον –Αραβες και Ευρωπαίους– και ενδέχεται να οδηγήσει τον κ. Τραμπ σε ήττα τραυματική στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Αντιληφθείς το αδιέξοδο εις το οποίον ενεπλάκη, ο πρόεδρος των ΗΠΑ απέσυρε από τη διαχείριση του ιρανικού ζητήματος τον γαμπρό του Τζάρεντ Κούσνερ και τον εξ απορρήτων συνεργάτη του Στιβ Γουίτκοφ, που λειτουργούσαν ως διαπρύσιοι «πρέσβεις» του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπίμπι Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο.
Η αντικατάστασή τους από τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, που εξ αρχής είχε διατυπώσει επιφυλάξεις για την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ, ήταν η ορθότερη απόφαση που έλαβε έως τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ.
Το γεγονός ότι η Τεχεράνη διέψευσε πως ο «νέος πρόεδρος» του Ιράν –άγνωστος και μη κατονομαζόμενος– ζήτησε «κατάπαυση του πυρός», όπως επίσης ότι ο κ. Τραμπ αντέτεινε πως «θα εξέταζε το θέμα όταν θα άνοιγαν τα Στενά του Ορμούζ», δεν είναι δηλωτικό υπάρξεως αδιεξόδου.
Μία συμφωνία θα περιελάμβανε και τα δύο θέματα. Αρκεί ο κ. Βανς να εξακολουθεί να διαπραγματεύεται προσωπικώς το πρόβλημα. Κυρίως διότι έχει τη «δημοκρατική νομιμοποίηση» ως εκλεγμένος αντιπρόεδρος – μία ιδιότητα που απολύτως στερείται το δίδυμο Κούσνερ – Γουίτκοφ.

