Στη γειτονιά έχουμε ένα σούπερ μάρκετ που θεωρείται κάπως παρακμιακό. Οι τιμές του είναι παράλογα υψηλές, δίνει, όμως, μια εντύπωση φθήνιας κι έτσι πολλοί άνθρωποι το προτιμούν. Εκεί πηγαίνω όταν θέλω να ψηλαφίσω την ανισότητα. 27,5% των πολιτών βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας. Οι ντροπιαστικά χαμηλές αυξήσεις στους μισθούς «αναλύονται» λες κι οι άνθρωποι τρώμε λέξεις, ενώ η πραγματικότητα πιέζει.
Σ’ αυτό το σούπερ μάρκετ, όπως και στα σώματα των πελατών, μπορείς να δεις τα χαμηλά εισοδήματα να γίνονται πράξη. Πουθενά αλλού στην Ευρώπη δεν χάνεται τόσο μεγάλο μέρος του μισθού στα χρειώδη. Μόνο η Βουλγαρία τα πάει χειρότερα. Ετσι, βλέπω παχύσαρκους που αγοράζουν παχυντικά φαγητά (που, όμως, «σε χορταίνουν») και ηλικιωμένες που μετράνε το πενηντάλεπτο για ένα ακόμη πακέτο μπισκότα. Ακόμα κι οι υπάλληλοι του σούπερ μάρκετ δείχνουν καταβεβλημένοι απ’ τη ζωή.
Στην Ελλάδα του 2026, λοιπόν, διψήφιο ποσοστό του πληθυσμού βρίσκεται σε υλική στέρηση. Τα πανάκριβα χρειώδη είναι η βασική αγωνία του πληθυσμού στις δημοσκοπήσεις. Οσοι είναι μόνοι τους θίγονται πολλαπλά. Ηλικιωμένοι και νέοι/νέες που δεν έχουν σύντροφο με δουλειά. Υπό αυτό το πρίσμα είναι κάπως σχιζοφρενικός ο τρόπος που μιλάμε για το φαγητό.
Καταβλήθηκε τόση ενέργεια εκείνο το μικρό χρονικό διάστημα που η πολιτική ορθότητα ήταν της μόδας στην Ελλάδα, για να «καταπολεμηθεί η χονδροφοβία», ελάχιστα έγιναν, όμως, για τις υλικές προϋποθέσεις της σωστής διατροφής. Η ανισότητα της πρόσβασης σε υγιεινό φαγητό καλύπτεται κάτω από πέπλα ψευδούς ευδαιμονισμού. Ουρές στα φαστφουντάδικα, γευσιγνωσία νερού, άνθηση της μη ρυθμισμένης αγοράς των «προπονητών του βίου» που αναρτούν θλιβερά βίντεο με πηγές πρωτεΐνης – το νέο ελιξίριο. Ετσι, το φαγητό παρουσιάζεται σαν κάτι εκτός κοινότητας/αγοράς/πολιτικής, μία ακόμη ατομική επιλογή σε κενό.
Η κακή διατροφή συνδέεται με το εισόδημα, αλλά και με την ψυχολογία. Μπορεί να λαχταράς να κάνεις «δώρο» στον εαυτό σου μία θερμιδική βόμβα! Οι Ελληνες διατροφοψυχολόγοι που ζουν πάνω από το πατρικό τους δεν θα καταλάβουν ποτέ την παρηγοριά του πλαστικού, σάπιου μπέργκερ μετά από μία μέρα τρελού άγχους και λύπης στη δουλειά. Εν τω μεταξύ, οι τιμές των τροφίμων στην Ελλάδα από το 2020 έχουν αυξηθεί κατά 37,81% (ΕΛΣΤΑΤ), πράγμα που δημιουργεί κίνητρα να φας σαβούρα. Θες να γεμίσεις τα ντουλάπια με πράγματα που δεν έχουν φρεσκάδα ή πλούσια χρώματα, αλλά τουλάχιστον δεν χαλάνε, δεν σε κρίνουν και δεν είναι βαρετά.
Η άλλη όψη της ανισότητας είναι το πλήθος των εστιατορίων και καταστημάτων γρήγορου φαγητού στις πόλεις. Μία απλή βόλτα σε κεντρικούς δρόμους, στα advertorials, στις οθόνες και σου τρέχουν τα σάλια. Η εποχή ευνοεί την κατανάλωση, όχι τον ασκητισμό. Η χώρα πουλάει ασυναγώνιστο φαγητό, ποικιλίες κρασιού, εκλεκτά τυριά. Εάν δεν μπορείς να τ’ αγοράσεις αισθάνεσαι αποκλεισμό από κάτι που το ένιωθες κοντά σου (δεν έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε luxury item το μέτριο κόκκινο κρασί από ελληνικούς αμπελώνες). Αυτό με τη σειρά του γεννά τελετουργίες του φτωχού που θέλει να παραστήσει τον «λάτρη του βίου»: στο εστιατόριο πίνεις νερό, φωτογραφίζεις τα πιάτα.
Διαδικτυακοί διατροφοψυχολόγοι δαιμονοποιούν το σώμα που τραυματίζεται, γερνάει ή θέτει άλλες προτεραιότητες απ’ το να βρίσκεται σε διαρκές θερμιδικό έλλειμμα. Το σώμα βιώνεται σαν προσωπική αποτυχία ή επιτυχία, είναι, όμως, πολιτικό. Οταν κάποιος στερείται το ελαιόλαδο, το ψάρι, τη μαρουλοσαλάτα, ξέρει πως αποκόπτεται από την ελληνική κουζίνα κι ας καταβάλλονται θλιβερές προσπάθειες να πειστεί πως η υπερεπεξεργασμένη μπάρα πρωτεΐνης είναι εξίσου καλή.
Στην Ελλάδα το φαγητό ήταν και είναι ζήτημα κοινοτικό, τρόπος εισδοχής στο σύνολο. Οταν το βλέπουμε σαν μια σειρά «έξυπνων ατομικών επιλογών», το μικραίνουμε. Αδυνατούμε, έτσι, να απαιτήσουμε πολιτικές που θα απορροφήσουν ορισμένους πικρούς αποκλεισμούς, για να αυξήσουν τη συλλογική μας ευημερία και την αίσθηση πως σ’ αυτή τη χώρα είμαστε μαζί.

