Η τάση προς την αταξία (επιστημονικά: εντροπία, κοινώς: μπάχαλο) είναι αναπόφευκτη σε ένα «σύστημα», αν αυτό αφεθεί στην τύχη του. Αν, λ.χ., η τροχαία κίνηση σε μια μεγαλούπολη μείνει αρρύθμιστη, γίνεται χαοτική. Τι αντιμάχεται την αταξία; Η οργάνωση. Δηλαδή; H εμπρόθετη διαμόρφωση ενός επιθυμητού μοτίβου συμπεριφορών με τη θέση σκοπών, τον προσδιορισμό μέσων και τη θέσπιση κανόνων για την επίτευξή τους. Οι κανόνες υπηρετούν τον σκοπό όταν εφαρμόζονται με στοχαστικότητα, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαιτερότητα των εκάστοτε συνθηκών. Η αυτενέργεια είναι συστατικό στοιχείο της στοχαστικής συμπεριφοράς σε οργανωμένα συστήματα.
Το μπάχαλο που είδαμε στη δικαστική αίθουσα την ημέρα έναρξης της δίκης για το δυστύχημα των Τεμπών, στη Λάρισα, στις 23/3/26, ήταν προβλέψιμο. Γιατί; Διότι η αταξία είναι, καταρχήν, η φυσική κατάσταση όταν εκατοντάδες άνθρωποι προσέρχονται σε έναν, περίκλειστο μάλιστα, χώρο. Η αταξία αποτρέπεται με οργάνωση – την οργάνωση που, εν προκειμένω, δεν υπήρχε. Η εικόνα της χαοτικής δικαστικής αίθουσας είναι η συμπύκνωση της χρόνιας ελληνικής αν-οργάνωσης.
Κάθε δίκη είναι παράσταση. Για να διεξαχθεί σωστά, πρέπει το σκηνικό, η τεχνολογία, οι συμμετέχοντες να εναρμονίζονται. Πώς θα διεξαχθεί μια θεατρική παράσταση λ.χ. αν τα σκηνικά καταρρέουν, τα μικρόφωνα δεν λειτουργούν και το ακροατήριο φωνασκεί; Για να είναι πειστική η παράσταση, πρέπει οι συμμετέχοντες να συνεπαίρνονται από τη ροή της, να μην ασχολούνται με τις προϋποθέσεις της.
Αν θέλαμε μια διαισθητική εξήγηση του δυστυχήματος των Τεμπών, την είδαμε στην έναρξη της δίκης: αρκεί να προβάλουμε την εικόνα του μπάχαλου της δικαστικής αίθουσας στις σιδηροδρομικές μεταφορές, και θα αποκτήσουμε μια αίσθηση γιατί προκλήθηκε το δυστύχημα. Ενα κράτος που δεν μπορεί να οργανώσει επαρκώς την εκκίνηση μιας δίκης, γιατί να μπορεί να οργανώσει με ασφάλεια τις τεχνικά πιο σύνθετες σιδηροδρομικές μεταφορές; Είναι ανυπόφερτη η ειρωνεία: το οργανωτικό-διοικητικό μπάχαλο που οδήγησε στο δυστύχημα βρήκε το σύστοιχό του στην έναρξη της διαδικασίας απόδοσης ποινικών ευθυνών για το δυστύχημα.
Στο ελληνικό δικαιοδοτικό σύστημα, η οργανωτική-διοικητική σκέψη είναι αξιοθρήνητα ατροφική. Σκεφτείτε την καθημερινότητα ενός δικαστή: μελετά, ανεβαίνει στην έδρα, δικάζει, αποχωρεί. Η ρουτίνα του είναι αμιγώς δικαστική. Ευλόγως, καταρχήν, δεν διερωτάται για τους οργανωσιακούς όρους που καθιστούν τη ρουτίνα του λειτουργική. Οι δικαστές που διευθύνουν κάθε πολιτικό/ποινικό δικαστήριο, στο μέτρο που διερωτώνται, απευθύνονται για τα μείζονα αλλού –στο υπουργείο Δικαιοσύνης, στον Αρειο Πάγο ή στην Αστυνομία. Το δικαστικό σύστημα είναι κατ’ ανάγκην κατανεμημένο. Απαιτείται επίμοχθη ενέργεια για να συνδέονται λειτουργικά τμήματά του. Ελάχιστοι αισθάνονται ότι έχουν τη συνολική ευθύνη. Η αυτενέργεια σπανίζει. Οι πλείστοι κινούνται «αρμοδίως» μέσα στο κουτί τους.
Για την εύτακτη έναρξη της δίκης ουδείς θεώρησε τον εαυτό του αρμόδιο. Διότι έχουν μάθει να λειτουργούν μόνον «αρμοδίως» μέσα στο κουτί τους.
Η δίκη των Τεμπών είναι ένα πρωτόγνωρο δικαστικό φαινόμενο. Πρώτον, λόγω της μεγάλης κλίμακάς της. Δεύτερον, και σημαντικότερον, λόγω του τεράστιου συγκινησιακού, συμβολικού και πολιτικού φορτίου που απέκτησε. Η δίκη αυτή –ορθώς ή όχι, αδιάφορο– κατέστη το μείζον δικαιοδοτικό γεγονός της χώρας τα τελευταία πενήντα χρόνια: δικάζονται μεν 36 κατηγορούμενοι, αλλά δικάζεται ατύπως και το ελληνικό πολιτικό-διοικητικό σύστημα. Η δίκη είναι η ευκαιρία να τιμήσει η πολιτεία τους νεκρούς και να συμπαρασταθεί συμβολικά στους συγγενείς, αποδίδοντας δικαιοσύνη, όπως αρμόζει σε κράτος δικαίου. Είναι, επίσης, η ευκαιρία να ομολογηθούν οι κρατικές αστοχίες που οδήγησαν στο δυστύχημα. Η δίκη έχει καθαρτικό χαρακτήρα.
Αν οι ηγεσίες του Αρείου Πάγου και του υπουργείου Δικαιοσύνης το είχαν αντιληφθεί αυτό, θα είχαν ανταποκριθεί πληρέστερα στις εξαιρετικές απαιτήσεις της δίκης. Θα καταλάβαιναν τι διακυβεύεται. Θα είχαν βρει ή κατασκευάσει μια μεγαλύτερη αίθουσα, ικανή να χωρέσει όχι μόνον τους κατηγορουμένους και τους εκατοντάδες δικηγόρους τους, αλλά και τους συγγενείς των 57 θυμάτων και τα ΜΜΕ. Πώς είναι δυνατόν να ζητηθεί από τους πλείστους συγγενείς να παρακολουθήσουν τη δίκη από την οθόνη παρακείμενης αίθουσας;
Η φυσική παρουσία των γονιών ή άλλων στενών συγγενών στην αίθουσα της ακροαματικής διαδικασίας δεν είναι παρεμπίπτουσα: υποδηλώνει ένσαρκη-συναισθηματική μετοχή στα δικαστικά δρώμενα. Να βλέπεις στα μάτια τούς κατηγορουμένους και τους μάρτυρες. Να αισθάνεσαι σωματικά την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα της αίθουσας. Οτιδήποτε λιγότερο το νιώθεις αποστειρωμένο – κατώτερο της περιστάσεως. Εμείς οι υπόλοιποι μπορούμε να δούμε τη δίκη από τις οθόνες μας, οι συγγενείς όχι. Η δίκη γι’ αυτούς δεν είναι ακρόαμα-θέαμα. Είναι πόνος που ενσυνείδητα δεν θέλουν να απωθήσουν. Είναι καθαρτική εμπειρία που θέλουν να βιώσουν.
Το πόσο υποτιμήθηκε η ιδιαίτερη σημασία της δίκης φάνηκε στα απλά διαδικαστικά-οργανωτικά. Η διαπίστευση και η ταξιθεσία απουσίαζαν. Κατηγορούμενοι αναμειγνύονταν με συγγενείς στο μπουλούκι που κατέκλυσε τη δικαστική αίθουσα. Αυτή η συνύπαρξη είχε συναισθηματικές παρενέργειες. Συγγενείς προπηλάκισαν κατηγορούμενο. Απειλές και ύβρεις εκτοξεύθηκαν. Σε μια συγκινησιακά φορτισμένη ατμόσφαιρα, τέτοιες συμπεριφορές ήταν προβλέψιμες. Γιατί δεν τα σκέφτηκαν προνοητικά οι ηγεσίες του Εφετείου Λάρισας, του Αρείου Πάγου και του υπουργείου Δικαιοσύνης; Διότι η οργανωτική-διοικητική σκέψη τους είναι ατροφική. Διότι έχουν μάθει να λειτουργούν μόνον «αρμοδίως» μέσα στο κουτί τους. Διότι απουσιάζει η αυτενέργεια. Για την εύτακτη έναρξη της δίκης ουδείς θεώρησε τον εαυτό του αρμόδιο. Εξ ου και το μπάχαλο.
*Ο κ. Χαρίδημος κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

