Το παρόν άρθρο είναι η ομιλία που έδωσε ο φιλόσοφος Γιώργος Δημόπουλος για να γιορτάσει την ελληνική υπηκοότητα του δημοσιογράφου Χιούγκο Ντίξον στην Αθήνα την περασμένη εβδομάδα.
Ο Ελληνας μας δίδαξε ότι ο κόσμος είναι κάτεργο του πνεύματος και ότι η ελευθερία του ανθρώπου είναι αγυρτεία. Το Πνεύμα ούτε νομοθετείται, ούτε φυλακίζεται από καμιά εξουσία, ούτε καταφεύγει σε τυπωμένο χαρτί. Το πνεύμα είναι ακατάλυτο και η ελευθερία του πνεύματος γενναιοδωρία Θεού.
Η Ελλάδα είναι τόπος νοητός. Δεν έχει σύνορα και ούτε έχει ανάγκη από μνημεία. Μπορεί να ορίσει ο χάρτης την ατοπία; Πώς περιλαμβάνεται το ακατανόητο σε κάποιο χώρο;
Πρώτος ο Ελληνας μίλησε για το νόημα του κόσμου. Μας έμαθε, μεταξύ των άλλων, ότι Απόλυτο είναι το άλλο του κόσμου, αιώνιο, απερινόητο και ακατάληπτο. Το άλλο του κόσμου στον κόσμο μας είναι η Ελλάδα.
Η ελληνικότητα του κόσμου βρίσκεται μακριά από την τυπική απομίμηση δεδομένων, ρυθμών, σχημάτων, ή εντυπώσεων σε οικείες μορφές. Είναι στερέωση της ύπαρξής του σ’ ένα φως υπερούσιο και αγάπη δημιουργίας.
Το καλύτερο που μπορεί κανείς να συνεισφέρει σε μια παράδοση δεν είναι να την υπερασπίζεται άνευ όρων, αλλά να την κοιτά κατάματα. Ο Χιούγκο την κοιτά όχι μόνο κατάματα αλλά και διαπεραστικά, γι’ αυτό επιστρέφει.
Η ελληνική μας εμπειρία αρχίζει με τον Ομηρο. Η ομηρική ποίηση αναφέρεται στον γυρισμό. Η Οδύσσεια είναι έργο για τον γυρισμό· έργο του γυρισμού. Ο γυρισμός στα αρχαία λέγεται νόστος, παράγωγο του ρήματος νέομαι, έρχομαι, επιστρέφω, επανεστιάζομαι. Ο νόστος λοιπόν, η επιστροφή, η επάνοδος, συνδέεται με τη γλύκα, ώστε σήμερα να ονομάζουμε νόστιμο το ευχάριστο, το γλυκό, το εύγευστο.
Η Ελλάδα είναι ο γυρισμός. Αυτό σημαίνει: Οι Ελληνες μόνο γυρίζουν. Δεν επιλέγονται από το πεπρωμένο τους· ανάγουν την επιλογή σε πεπρωμένο τους. Ο Χιούγκο επέλεξε το πεπρωμένο του. Επέστρεψε στη Σαμαρίνα του, εκεί όπου ανήκει. Η εμπειρία αυτού του γυρισμού ονομάζεται Οδύσσεια. Ο Χιούγκο τι κι αν δεν γεννήθηκε στη Σαμαρίνα. Είναι γηγενής, αυθεντικός και επιστρέφει στη γενέτειρά του.
Η ελληνική γλώσσα είναι η ιθαγένειά μας. Σ’ αυτή τη γλώσσα που βρίσκεται στις ρίζες και στα πέρατα του κόσμου γράφεται η μοίρα του ελληνισμού. Ακόμη και το γλωσσικό μας πρόβλημα είναι πρόβλημα δημιουργίας και όχι γραμματικής. Πρόκειται για διαιώνιση της δημιουργίας στις μετουσιώσεις μιας και της αυτής γλώσσας. Η ελληνική γλώσσα είναι έργο ποιητικό. Ο λόγος των αρχαίων προγόνων μας είναι άσβεστο ηφαίστειο, ρίζες που σκίζουν τα βράχια και φωτιές που καίνε τον ουρανό. Είναι το βαρύτιμο παγκόσμιο άμφιο.
Κάθε λαός έχει ένα θησαυρό, τη γλώσσα του, με τον οποίο συνδέει την τιμή του και την πίστη του. Εκείνη τη συνείδηση ενότητας που δεν αφήνει τον Γάλλο να γίνει Αγγλος, ούτε τον Ρώσο Γερμανό.
Ο Χιούγκο, πολιτογραφημένος Αγγλος, γεννήθηκε Ελληνας. Φυλάει τον θησαυρό της ιθαγένειάς του, αλλά στην ουσία αισθάνεται φυλασσόμενος, διότι χωρίς αυτόν τον θησαυρό δεν νιώθει συγκροτημένος. Τον έχει αποθέσει σε κιβώτιο βαρύτιμο και πορεύεται εδώ και κάποια χρόνια, αφ’ ότου αισθάνθηκε ότι ασφαλίζεται καλύτερα, στον Χατζηράδο της Τήνου.
Σε ένα τοπίο, μια Τήνος που καταπίνει, προς το παρόν, όλες τις ασχήμιες μας, που απορροφά τη βαναυσότητά μας, που αντέχει την αγριότητα και συγχωρεί την ασέβειά μας, βλέπει κανείς τον Χιούγκο να κατηφορίζει από μια μικρή πλαγιά γεμάτη σχίνα, συκιές, λυγαριές, δεντρολίβανα, σπάρτα, απούρανους, ακάριωνες κι ασπάλαθους, να προσπερνά αμμουδιές και τους με τέλειο περίγραμμα κόλπους κι αγκάλες, και να λούζεται στα αζούρ νερά των Γαστριών, αισθανόμενος το μέτρο της θείας δωρεάς στη νοτισμένη από ρίγανη, θυμάρι και μέλι ψυχή του. Διαστάσεις υπερβατικές. Η ιθαγένεια ανακατεμένη με τον ήλιο και τη θάλασσα. Ο Χιούγκο γεύεται την αιωνιότητα, ισοκρατώντας τον δεόμενο παπα-Σπύρο της Αγίας Τριάδας του Χατζηράδου: «Κύριε, τα Εθνη πράυνον, τον κόσμον ειρήνευσον… υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης και καιρών ειρηνικών του Κυρίου δεηθώμεν».
Αποπεραιώνω με ένα ποίημα του Βαγγέλη Καλλικάκη. Ο λόγος του σκίζει άξαχα, προσκομίζει κάτι νέο, μυρίζει κόπο, έχει ιδρώτα. Σε μια εποχή που τα πάντα καταβροχθίζονται βιαστικά, ακόμη και ο έρωτας, και που ο άνθρωπος βυθίζεται σε μια συνήθεια, ο ποιητικός λόγος του Καλλικάκη αφήνει ψηλαφητό ελπίδας αποτύπωμα.
Βραδιάζει στον Κάβο Γαστριά
Κύματα, βλέμματα, θυμάρια/ κι ένα ακρωτήρι, το κορμί σου/ ντυμένο τις τελευταίες ηλιαχτίδες./ Στα πόδια σου, ένας άνεμος κλέφτης/ παίζει μ’ ένα ψάθινο καπέλλο·/ η κορδέλα του, λυτή, ανεμίζει./ Και τ’ όνομά του, κρυφό κοχύλι·/ πώς να το μαντέψω, νηρηΐδα;/ Σκοτάδι, ρίγος, αλμύρα.
*Ο κ. Γιώργος Δημόπουλος είναι φιλόσοφος, πρώην μορφωτικός ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι.

