Κάποιος φίλος ρώτησε αν ήταν λάθος να μην εκπροσωπηθεί η Ελλάδα από κάποιον υπουργό ή ανώτερο αξιωματούχο στην τελετή που οργανώθηκε και φέτος στον Λευκό Οίκο για την 25η Μαρτίου. Ως συνήθως έχουμε μυθοποιήσει εδώ στην Αθήνα τη σημασία της και τη δυνατότητα που δίνει σε όποιον την παρακολουθεί να έχει «πρόσβαση» στον Αμερικανό πρόεδρο. Σε σημείο που παλαιότερα μία πρόσκληση στη σχετική τελετή ήταν περιζήτητη στην αθηναϊκή κοινωνία, σε σημείο τρέλας.
Οι βετεράνοι παρατηρητές των ελληνοαμερικανικών υποθέσεων έχουν παρακολουθήσει τη σταδιακή της μετάλλαξη σε μια τελετή ρουτίνας με έντονα στοιχεία φολκλόρ. Οι Αμερικανοί πρόεδροι, ακόμη και ο «Μπαϊντενόπουλος», έρχονται για λίγο, διαβάζουν κάποια έτοιμα σχόλια, λένε ένα αστείο και φεύγουν. Ακόμη και αν θα βρισκόταν στο ακροατήριο ένας υπουργός, θα τύχαινε της μεταχείρισης ενός ακόμη προσκεκλημένου. Οποιος, επιστρέφοντας στην Αθήνα, διαφήμιζε στο παρελθόν ότι «είχα μια συνομιλία με τον πρόεδρο» ή «του εξήγησα το τάδε εθνικό θέμα», το έκανε είτε λόγω αυξημένης φαντασίας είτε λόγω ροπής προς τη γραφικότητα.
Η συνάντηση με τον πρόεδρο Τραμπ κατά τον εορτασμό της εθνικής επετείου στον Λευκό Οίκο μπορεί να εξελιχθεί σε άσκηση υψηλού ρίσκου.
Στο παρελθόν έχουν διατυπωθεί πολλές σκέψεις και ιδέες για το αν η μορφή της τελετής πρέπει να αλλάξει και αν κάποιος άλλος φορέας πρέπει να αναλάβει τη διοργάνωσή της. Το πρόβλημα όμως είναι ότι σήμερα η ελληνοαμερικανική κοινότητα στερείται στιβαρής πολιτικής εκπροσώπησης και δεν διαθέτει τον δυναμισμό του παρελθόντος. Η ιστορική γενιά επιφανών ομογενών, που διατηρούσε στενές σχέσεις με διαδοχικούς προέδρους, έχει αποσυρθεί ή φύγει από τη ζωή. Σήμερα έχουμε το φαινόμενο διακεκριμένων Ελληνοαμερικανών που έχουν επιρροή αλλά δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τα ελληνικά συμφέροντα.
Πέρα από όλα αυτά, όμως, διανύουμε και μια περίοδο κατά την οποία όποιος επισκέπτεται τον Λευκό Οίκο δεν μπορεί να είναι ποτέ βέβαιος για το τι θα ακούσει ή για ποιο πράγμα «θα τα ακούσει» από τον πρόεδρο Τραμπ. Μια συνάντηση μαζί του είναι μια άσκηση υψηλού ρίσκου, όπως τη βίωσε η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας πρόσφατα, αλλά και πολλοί άλλοι. Ενας Ελληνας υπουργός θα μπορούσε, για παράδειγμα, να ακούσει τον Τραμπ να μιλάει όχι για τα ελληνικά εστιατόρια στο Κουίνς, αλλά για τον θυμό του επειδή η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που εξέφρασε την άρνησή της να συμμετάσχει σε επιχείρηση για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Μέρες που είναι, καλύτερα λοιπόν να γιορτάζεται ανούσια η εθνική μας επέτειος στον Λευκό Οίκο, χωρίς προσδοκίες ή υψηλές παρουσίες από την Αθήνα.

