Πρόσφατα έγινε γνωστή η ύπαρξη φωτογραφιών από τις δραματικές εκτελέσεις στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944. Η εικόνα ήταν τραγικά ανθρώπινη και ιστορική. Οπως και άλλες στιγμές εκείνης της εποχής. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα ανεκτίμητο ιστορικό ντοκουμέντο για τη χώρα και τις οικογένειες των ανθρώπων αυτών. Οι «200 της Καισαριανής» ήταν Ελληνες, που χωρίς καμία δικαστική διαδικασία, χωρίς να έχουν καταδικαστεί σε θάνατο, παραδόθηκαν από μια ελληνική κυβέρνηση στις δυνάμεις κατοχής, με τη σιωπηλή αποδοχή να τους μεταχειριστούν κατά βούληση – μέχρι τέλους.
Με αφορμή τις φωτογραφίες αυτές, εκτινάχθηκαν πολλοί «πρόθυμοι» να μας ξαναβάλουν στο εμφυλιοπολεμικό κλίμα παλαιών δεκαετιών, αδιαφορώντας ότι το κλίμα αυτό και οι αγριότητες που έγιναν, εκατέρωθεν, τελείωσε στα χρόνια 1974-1980 και 1981-1988, με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή και την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και άλλα μέτρα της κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου. Εγινε, βέβαια, προσπάθεια να αναβιώσει αυτό το εμφυλιοπολεμικό κλίμα και στη δεκαετία του 2010 με τα μνημόνια, προκειμένου να αξιοποιηθεί κομματικά σε μια περίοδο άκρως δυστοπική για ευρύτατα κοινωνικά στρώματα και τη χώρα συνολικά. Ευτυχώς χωρίς συνέχεια. Εγινε όμως και σήμερα, με ένα πακέτο φωτογραφιών.
Στ’ αλήθεια, διανοήθηκε ποτέ κανείς να καθορίσει αν όσοι σκοτώθηκαν στο Δίστομο από την επιδρομή των ναζί ή στην Κρήτη ή οπουδήποτε στη χώρα ήταν κομμουνιστές, βενιζελικοί ή βασιλικοί; Διανοήθηκε κανείς να καθορίσει αν οι Εβραίοι –Ελληνες και μη– που εξοντώθηκαν από τους ναζί είχαν κομμουνιστική, βενιζελική ή βασιλόφρονα ιδεολογία; Ή, αντίστοιχα, τα δεκάδες εκατομμύρια θύματα της θηριωδίας εκείνης της εποχής; Κάνει, στ’ αλήθεια, διαφορά;
Σε μια κοινωνία που έχει κλείσει τις πληγές της ιστορίας της και έχει αναγνωρίσει, θεσμικά ή σιωπηρά, τις αγριότητες που έζησε, κανένα πρόσωπο από όσα εξοντώθηκαν στην Καισαριανή ή οπουδήποτε αλλού δεν θα έπρεπε να ταυτοποιείται με εμφυλιακούς όρους. Είναι ύβρις προς τη Δημοκρατία μας και προς τους νεκρούς, σε απομίμηση όσων είδαμε να γίνονται, πρόσφατα, εκείθεν του Ατλαντικού, με αφορμή τον θάνατο ενός προσώπου. Ποιοι τρέφονται από τέτοιες αναδρομές; Ποιοι θέλουν να δίνουν ζωντάνια σε αντιλήψεις που κόστισαν στην Ελλάδα μια τεράστια καθυστέρηση; Για ποιους λόγους; Εκδικητικούς; Ιδεολογικούς; Πολιτικούς; Ιδιοτέλειας; Αρκετά δεν πληρώθηκε η ιστορία αυτή σε όρους ανθρώπινους, κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς, στις δεκαετίες που πέρασαν;
Παράλληλα με την κομματική ιδιότητα συμβαδίζει και ο χαρακτηρισμός «προδότης», ο οποίος με παραλλαγές χρησιμοποιείται ανενδοίαστα και απλόχερα. Απίστευτα συχνά, απίστευτα εύκολα. Οι προδότες για τους «εθνικο-αυθεντικούς» δεν βρίσκονται μόνο στο φάσμα των πολιτικών ιδεολογιών. Βρίσκονται και στο πεδίο των διεθνοπολιτικών μας σχέσεων, ιδίως στα ελληνοτουρκικά, στο Κυπριακό και άλλα. Κύπρος – Τουρκία, Σκόπια, Ελλάδα, είναι όλα ζητήματα γύρω από τα οποία τριγυρνάνε «προδότες».
Aρκετές μείζονες αναποδιές σφράγισαν τη χώρα μεταπολεμικά – ίσως τη μόνη δυτική χώρα σε τέτοιο βαθμό. Ο Εμφύλιος, η δικτατορία, η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η οικονομική κρίση του 2009. Δεν μας φτάνουν;
Η ιστορία πάει παλιά, και εννοώ στο νεοελληνικό κράτος, αλλιώς θα φτάναμε στην εποχή του Εφιάλτη και τα παραδείγματα θα ήταν αναρίθμητα. Πολιτικά ή άλλα πρόσωπα, που με τις ακραίες ιδεολογίες τους προκάλεσαν σοβαρό ανθρώπινο, υλικό και συστημικό κόστος στη χώρα γύρω από τα θέματα αυτά, έγινε προσπάθεια να μείνουν αλώβητα. Αλλοι, που έτυχε να είναι σε πόστο εξουσίας σε μια στιγμή που συντελέστηκε κάτι αναπόφευκτο και ανάποδο για τα συμφέροντα της χώρας και του ελληνισμού, συκοφαντήθηκαν απροκάλυπτα. Εχουμε σκεφτεί λίγο ποιοι επίσης θα έπρεπε να βαφτιστούν «προδότες» σε μια τέτοια λογική; Εχουμε σκεφτεί τις ακραία παράλογες συνέπειες μιας τέτοιας λογικής για τα εθνικά μας συμφέροντα, αν όλοι την υιοθετούσαν; Ισως το πεπερασμένο της ανθρώπινης αντίληψης και πολλά στερεότυπα δεν επιτρέπουν σε όλους να καταλάβουν τις προεκτάσεις που προκύπτουν.
Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, η οποία αγάπησε πολύ τη σύγχρονη Ελλάδα, στο βιβλίο «Με ανοιχτά τα μάτια» έχει μια οδυνηρή αναφορά για την Ελλάδα της προ Χριστού εποχής: «οι Ελληνες αποδεκατίστηκαν σε μικροκαυγάδες». Σωστό, αν και δεν περιορίζεται στην αρχαία εποχή και, επιπλέον, παραβλέπει μια κρίσιμη διάσταση των «μικροκαυγάδων»: ότι ήταν –και είναι– εργαλείο ατομικής ή και πιο συλλογικής πολιτικής επιβίωσης μικρο-προσώπων, που έχουν γαλουχηθεί με τρόπο ώστε, ανεξάρτητα από τη φύση των προβλημάτων, να βλέπουν όπου τους ικανοποιεί προδοσίες και άλλες σκοτεινές διαδικασίες. Στο μεταξύ, αλλού γελάνε μαζί μας, ίσως και χαιρέκακα. Χαίρονται με την αδυναμία μας να αποφεύγουμε να διαμορφώσουμε μια στρατηγική για πολύ βασικά μας θέματα και για την ανεμελιά μας να βλέπουμε –αν βλέπουμε καν– τις κολοσσιαίες ανατροπές στα παγκόσμια, ευρωπαϊκά αλλά και μεσογειακά πολιτικά, οικονομικά και γεωπολιτικά δεδομένα και να ξεδίνουμε σε «μικροκαυγάδες» ή σε επικίνδυνες ιδεοληπτικές παλινδρομήσεις.
Εχουμε ξεπεράσει την εποχή όπου κομματικές ταυτότητες δημιουργούσαν προδότες. Εχουμε ξεπεράσει τη μήτρα των εθνικών διχασμών, που ήταν και η μήτρα για περαιτέρω εθνικές αποτυχίες ή για βαρύ κόστος που πληρώσαμε συλλογικά. Με τέτοια καμώματα, μπορεί βέβαια να επιστρέψουμε εκεί. Ομως, αρκετές μείζονες αναποδιές σφράγισαν τη χώρα μεταπολεμικά – ίσως τη μόνη δυτική χώρα σε τέτοιο βαθμό. Ο Εμφύλιος, η δικτατορία, η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η οικονομική κρίση του 2009. Δεν μας φτάνουν; Δεν αρκούν για να πάρουμε το μάθημα, εμείς, οι απόγονοι του κορυφαίου αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, ότι η πορεία μας δείχνει να στραβώνει εξαιρετικά συχνά, ότι αυτό συνιστά αυτοχειριασμό και ότι η ιστορία είναι για να μας διδάσκει τι να αποφεύγουμε και τι να επιδιώκουμε;
*Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ, πρώην υπουργός.

