Ενα μήνα μετά την έναρξη των επιχειρήσεων του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών εις βάρος του Ιράν, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά συγκεχυμένη και σύνθετη. Τόσο το σενάριο της περαιτέρω εμβάθυνσης της αμερικανικής εμπλοκής μέσω χερσαίας επέμβασης ή κάποιας θεαματικής κίνησης που θα επέτρεπε στον Τραμπ να ανακηρυχθεί σε νικητή του πολέμου και να αποσυρθεί, όσο και αυτό της συμφωνίας τουλάχιστον μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, μοιάζουν εξίσου πιθανά, με τον Αμερικανό πρόεδρο να αναζητεί φόρμουλα διαφυγής αλλά με κάτι χειροπιαστό ανά χείρας.
Ασφαλώς, παρότι θα επιδιωχθεί μια διευθέτηση με χαρακτηριστικά μονιμότητας, η αμοιβαία βαθιά καχυποψία, η κρίση ηγεσίας στο Ιράν και τα απολύτως διιστάμενα συμφέροντα των εμπλεκόμενων μερών, που στην παρούσα φάση μοιάζει αμφίβολο να γεφυρωθούν, δεν επιτρέπουν μεγάλη αισιοδοξία για οριστική επίλυση των προβλημάτων που χωρίζουν ειδικότερα το Ιράν με το Ισραήλ. Από την εξίσωση δεν πρέπει να αποκλείσουμε τα κράτη της περιοχής, τις αραβικές μοναρχίες, την Τουρκία, ακόμα και το Πακιστάν, τα οποία θα επηρεαστούν σημαντικά, είτε πάρουν τα ηνία στην Τεχεράνη άλλα πρόσωπα με περίπου ανάλογες αντιλήψεις για τον περιφερειακό ρόλο του Ιράν και τις σχέσεις του με τους γείτονές του, είτε ανατραπεί το καθεστώς και εγκαθιδρυθεί νέα εξουσία, πιο συνεννοήσιμη. Εξίσου και μάλλον περισσότερο ανησυχούν για το ενδεχόμενο βύθισης του Ιράν σε μια παρατεταμένη αστάθεια ή και έναν εμφύλιο, ο οποίος θα μπορούσε να φέρει στα πράγματα ακόμη πιο σκληροπυρηνικά, χωρίς εμπειρία και πραγματισμό, στελέχη, τα οποία θα στοχοποιούσαν τους πάντες.
Από γεωπολιτικής σκοπιάς, η Ελλάδα ανήκει στους κερδισμένους. Αντέδρασε ακαριαία στην πρόσκληση της Κυπριακής Δημοκρατίας για τη θωράκισή της, ως το κράτος-μέλος που βρισκόταν εγγύτερα στη ζώνη του πολέμου και ενώ είχε βρεθεί στο στόχαστρο της Χεζμπολάχ, ήδη από τότε που ο ιστορικός ηγέτης της, Νασράλα, είχε ισχυριστεί ότι αποτελούσε νόμιμο στόχο. Αντιθέτως με τη Βρετανία, που καθυστέρησε χαρακτηριστικά, η Ελλάδα, χάρη στις αστραπιαίες κινήσεις της, παρέσυρε και άλλες ευρωπαϊκές χώρες να συμμετάσχουν στην ευρωπαϊκή αποστολή προστασίας της Κύπρου, αλλά κυρίως έφερε με τρόπο εμφατικό στη δημόσια συζήτηση την ευρωπαϊκή εκδοχή του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, το άρθρο 42, παράγραφος 7 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης και την αναζήτηση της δυνατότητας ενεργοποίησής του, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις.
Η σχέση μας με το Τελ Αβίβ πρέπει να παραμείνει αδιατάρακτη, όμως αν εξακολουθήσει και η επόμενη ισραηλινή κυβέρνηση να διακατέχεται από τις ίδιες αντιλήψεις, τότε οπωσδήποτε θα απαιτηθεί μια νέα ισορροπία στη σχέση μας.
Αθήνα και Λευκωσία, έστω και προσωρινά, κατάφεραν να στρέψουν το βλέμμα των υπόλοιπων Ευρωπαίων στα νοτιοανατολικά τους σύνορα, ενώ οι ίδιες οι εξελίξεις αποδεικνύουν ότι είναι στρατηγικού χαρακτήρα λάθος η μονοδιάστατη ενασχόληση με τις απειλές και τις προκλήσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια που προέρχονται μόνο από τα ανατολικά της σύνορα. Επίσης, η Τουρκία κατά κάποιο τρόπο εκτέθηκε στην περίπτωση της Κύπρου με τη σπασμωδική αντίδρασή της να στείλει πολεμικά αεροσκάφη να προστατεύσουν τους Τουρκοκυπρίους (άραγε από ποιον;), ενώ αποδείχθηκε ότι στην αεράμυνα υπερτερούμε, καθώς μας ζητήθηκε και από τη Βουλγαρία η συνδρομή μας. Καταδείξαμε λοιπόν σε δύσκολες συνθήκες ότι είμαστε ικανοί να παρέχουμε ασφάλεια και όχι μόνο να καταναλώνουμε, με κορυφαία την απόλυτα αποτελεσματική χρήση Patriot για την προστασία ενεργειακών υποδομών στη Σαουδική Αραβία. Κατέστημεν μία εκ των λίγων σταθερών σε ένα κλονιζόμενο περιφερειακό υποσύστημα ώστε να έχουμε κάποιο λόγο στις μελλοντικές εξελίξεις.
Εντούτοις, έχει προκύψει μία τουλάχιστον σοβαρή πρόκληση, η αντιμετώπιση της οποίας θα κρίνει αν η Ελλάδα θα ωφεληθεί σε βάθος χρόνου. Οι συμμαχίες και οι συμπράξεις στην περιοχή, όπως διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια, είτε πρέπει να αναθεωρηθούν, είτε να αναπροσαρμοστούν, ίσως να αμφισβητηθούν, ακόμη και να «γεννηθούν» νέες. Ο κρίσιμος συντελεστής είναι το Ισραήλ (που έχει ισχυρό πάτημα σε Ελλάδα και Κύπρο): Από κάποια κράτη της περιοχής θεωρείται πλέον αποσταθεροποιητικός παράγοντας, από κάποια άλλα, αναθεωρητική δύναμη, η οποία όχι μόνο θέλει να επιβάλλει πλήρως τη δική της ατζέντα αλλά και την αλλαγή συνόρων, όπως και αναγκαστικούς εκτοπισμούς, κατόπιν μάλιστα διεύρυνσης των εποικισμών. Εξίσου προβληματική είναι η εξόντωση προσώπων και η εκτός νομιμότητας, κατά το δοκούν στρατιωτική δράση. Εξάλλου, η ισοπέδωση της Γάζας και η αδιάλλακτη στάση της ισραηλινής ηγεσίας για το παλαιστινιακό ζήτημα έφεραν πιο κοντά την Τουρκία με την Αίγυπτο αλλά και με αραβικές μοναρχίες. Η σχέση μας με το Τελ Αβίβ πρέπει να παραμείνει αδιατάρακτη, όμως αν εξακολουθήσει και η επόμενη ισραηλινή κυβέρνηση να διακατέχεται από τις ίδιες αντιλήψεις, τότε οπωσδήποτε θα απαιτηθεί μια νέα ισορροπία στη σχέση μας. Και βέβαια θα πρέπει να διατηρήσουμε και να αναπτύξουμε περαιτέρω τους δεσμούς μας με τις σημαντικότερες αραβικές χώρες, όπως βέβαια και την Ινδία, ενώ δεν πρέπει να μείνουμε αδρανείς απέναντι σε όποια κατάσταση επικρατήσει τελικά στο Ιράν. Οι ισορροπημένες σχέσεις, ακόμη και αν η έμφαση είναι στην πλευρά του Ισραήλ, προσφέρουν και δυνατότητες διαφόρων επιπέδων διαμεσολάβησης, οι οποίες εν συνεχεία συνήθως εξαργυρώνονται.
*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

