Πολλές πολύ σημαντικές δίκες μοιάζουν να συμβαίνουν ταυτόχρονα. Η δίκη για το ατύχημα των Τεμπών μόλις άρχισε, η δίκη για τον ΟΠΕΚΕΠΕ συνεχίζεται, η δίκη για τις υποκλοπές μόλις τελείωσε. Αλλά υπάρχει και άλλη μια δίκη που μόλις τελείωσε, η οποία μας αφορά, μολονότι δεν διεξήχθη στην Ελλάδα. Τις προάλλες ένα δικαστήριο στην Καλιφόρνια δικαίωσε μια 20χρονη που κατηγορούσε δύο εταιρείες τεχνολογίας, τη Meta και την Alphabet, επειδή δύο από τα προϊόντα τους, το Instagram και το YouTube, της προκάλεσαν εθισμό και σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Είναι μια δικαστική απόφαση σημαντική επειδή, όπως μπορεί να έχετε διαβάσει ήδη, επιτέλους επιβάλλεται μια κάποια τιμωρία και συνέπειες σε αυτές τις εταιρείες, για ένα σοβαρό πρόβλημα που συζητιέται εδώ και μια δεκαετία και έχει ήδη δραματικές συνέπειες στις κοινωνίες μας.
Η δίκη είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον στην ουσία της. Η 20χρονη δήλωσε ότι ο εθισμός της στο YouTube ξεκίνησε από την ηλικία των 6 και στο Instagram από την ηλικία των 9 ετών. Χρησιμοποιούσε τις πλατφόρμες ασταματάτητα, εμφάνισε συμπτώματα κατάθλιψης και άρχισε να αυτοτραυματίζεται από την ηλικία των 10. Τα προβλήματα συνεχίστηκαν σε όλη την εφηβεία της, με συνέπειες στην κοινωνικοποίησή της και τις επιδόσεις της στο σχολείο. Μολονότι και η ίδια και το περιβάλλον της αντιλαμβάνονταν πόσο κακό της κάνει η χρήση αυτών των πλατφορμών, της ήταν αδύνατο να σταματήσει. Σύμφωνα με τους δικηγόρους της, η εμπειρία της 20χρονης είναι παρόμοια με τις εμπειρίες εκατομμυρίων παιδιών σε όλο τον κόσμο σήμερα.
Ασφαλώς, τα προβλήματα ψυχικής υγείας είναι ένα περίπλοκο θέμα. Η αιτία που τα προκαλεί είναι σπάνια κάτι τόσο απλό όσο το «εθίστηκα στο Instagram». Αλλά οι ένορκοι που άκουσαν τις καταθέσεις και μελέτησαν όλα τα στοιχεία αποφάσισαν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι στην περίπτωση της 20χρονης και τα δύο apps έπαιξαν ρόλο στην επιδείνωση του προβλήματός της και, κυρίως, ότι γι’ αυτό ευθύνονται οι εταιρείες που τα αναπτύσσουν, επειδή τα σχεδιάζουν επίτηδες έτσι ώστε να είναι όσο πιο εθιστικά γίνεται, αδιαφορώντας για τις βλάβες που προκαλούν.
Μέχρι τώρα μιλούσαμε για τα προβλήματα των social media κυρίως στο επίπεδο του περιεχομένου. Έχουν κακό περιεχόμενο, λέγαμε, αναδεικνύουν υπερβολικά πολύ ακροδεξιό περιεχόμενο, ακραίες ιδέες και λόγο μίσους. Που είναι σωστό. Αλλά οι εταιρείες, ξοδεύοντας εκατοντάδες εκατομμύρια σε λόμπιινγκ, είχαν εξασφαλίσει ότι, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, δεν θα θεωρούνται νομικά υπόλογες για το περιεχόμενο που ανεβαίνει στις πλατφόρμες τους (κάτι εξωφρενικό από μόνο του). Αλλά το πραγματικό πρόβλημα ήταν ακόμα βαθύτερο και πολύ πιο εκούσιο. Από ό,τι αποδεικνύεται, πλατφόρμες όπως το Instagram και το TikTok είναι όντως ειδικά σχεδιασμένες για προκαλούν εθισμό. Αυτό δεν το καταλαβαίνουμε μόνο εκ του αποτελέσματος, δεν το μαθαίνουμε μόνο επειδή διαβάσαμε τα σοκαριστικά εσωτερικά έγγραφα των εταιρειών που παρουσιάστηκαν και στη δίκη, αλλά το βλέπουμε και στην πράξη: οι εταιρείες αυτές χρησιμοποιούν στο design των apps ακόμα και «κόλπα» και τεχνικές που έχουν εφευρεθεί από αυτούς που κατασκευάζουν παιχνίδια τζόγου -τα «φρουτάκια». Ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν.
Τα στελέχη των εταιρειών που κατάθεσαν στη δίκη, ασφαλώς, αρνούνται τις κατηγορίες. Ο Χρήστος Γκούντροου, ένας VP του YouTube, δήλωσε περήφανος ότι τα παιδιά του βλέπουν «πέντε με έξι ώρες YouTube κάθε μέρα», πράγμα που θεωρεί ότι τους κάνει καλό. Οι δικηγόροι των εταιρειών δήλωσαν ότι θα ασκήσουν έφεση στην απόφαση.
Αλλά κάτι άλλο που κάνουν τέτοιες αποφάσεις είναι ότι ξεγυμνώνουν και το κράτος. Αποκαλύπτουν την έλλειψη νομοθετικού πλαισίου, οποιασδήποτε προστασίας των πολιτών απέναντι σε τέτοια βλαβερά προϊόντα. Αν υπήρχε ρύθμιση και κανόνες γι’ αυτά, όπως υπάρχουν για άλλα (χημικά, αλκοόλ, καπνός) δεν θα χρειαζόταν να φτάσει μια τέτοια υπόθεση στο δικαστήριο. Αλλά εδώ και δέκα-δεκαπέντε χρόνια, από τότε που σταδιακά άρχισε να γίνεται σαφές και σε εμάς, τους «early adopters» ότι αυτές οι εταιρείες βελτιστοποιούν τα προϊόντα τους όχι για να «φέρουν τον κόσμο πιο κοντά» αλλά για να μεγιστοποιήσουν το «engagement» και να κρατήσουν παση θυσία όσο το δυνατό περισσότερους κολλημένους στις οθόνες για όσο το δυνατό περισσότερη ώρα, τα κράτη δεν έχουν κάνει τίποτε για να θέσουν περιορισμούς και κανόνες. Τώρα μόνο, δειλά δειλά, μπαίνουν απαγορεύσεις σε κάποιες χώρες, κυρίως για τα παιδιά, και σε κάποιες περιπτώσεις με την ευθύνη να παραμένει στους γονείς ή τους ίδιους τους χρήστες, όχι στις αμερικανικές και κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας που τα ελέγχουν.
Δικαστικές αποφάσεις σαν αυτή (έπονται και εκατοντάδες άλλες) μπορούν -και πρέπει- να αποτελέσουν καταλύτη για να επιβληθούν επιτέλους αυστηροί κανόνες και όρια και σε αυτά τα προϊόντα. Να δημοσιοποιούν το πώς ακριβώς λειτουργεί ο αλγόριθμος τους. Να εμφανίζουν «by default» μόνο περιεχόμενο από λογαριασμούς που ο χρήστης έχει επιλέξει να ακολουθεί. Και, γιατί όχι: να φέρουν μηνύματα προειδοποίησης, σαν αυτά που εμφανίζονται στις διαφημίσεις τζόγου ή τα πακέτα των τσιγάρων. Να σου δείχνει το Instagram, ας πούμε, υποχρεωτικά, φόρα παρτίδα στην οθόνη, websites και τηλέφωνα που μπορείς πάρεις αν θέλεις να μειώσεις τη χρήση και να απεξαρτηθείς. Ίσως αυτή να είναι μια καλή αρχή.

