Πρόσφατα, μια συνάντηση που δεν εξελίχθηκε όπως ήλπιζα, μου άφησε μια αόριστη αίσθηση ότι κάτι έλειπε, χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς. Το συνειδητοποίησα αργότερα, περπατώντας προς το γραφείο. Το περπάτημα βοηθάει τη σκέψη, όπως ήξεραν πολύ καλά οι περιπατητικοί φιλόσοφοι. Αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο άρθρο.
Αυτό που κατάλαβα εκείνο το πρωί ήταν μια αντίφαση που δεν έχει, νομίζω, συζητηθεί αρκετά, και με αφορμή την 25η Μαρτίου δεν υπάρχει καλύτερη ευκαιρία να τη μοιραστώ. Αν υπάρχει ένα νήμα που διατρέχει ολόκληρη την Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πολιτισμικές ομάδες: τους εκσυγχρονιστές, που κοιτούν δυτικά, και τους Ανατολίτες, που κουβαλούν βαθιά ριζωμένα στην οθωμανική και στη βυζαντινή παράδοση αντανακλαστικά.
Οι εκσυγχρονιστές είναι εύκολα αναγνωρίσιμοι. Εχουν σπουδάσει, ταξιδέψει, διαβάζουν ξένο Τύπο, πιστεύουν στην επιχειρηματικότητα, στην αξιοκρατία και στην Ε.Ε., και θεωρούν εαυτούς ανθρώπους που καταλαβαίνουν πώς λειτουργεί ο κόσμος και τι χρειάζεται η χώρα. Οι Ανατολίτες είναι εξίσου αναγνωρίσιμοι. Φοβούνται τον ανταγωνισμό, επιζητούν την προστασία του κράτους, αντιστέκονται σε κάθε αλλαγή, και έχουν αναπτύξει ιδιαίτερη ικανότητα να επιβιώνουν μέσα στους θεσμούς, στις συντεχνίες και στα δίκτυα.
Εδώ είναι η αντίφαση. Στην Ελλάδα, ο εκσυγχρονιστής, αυτός που θεωρητικά πιστεύει στην πρόοδο, είναι συχνά στην πράξη ο πιο Ανατολίτης, ο πιο μοιρολάτρης. Πιστεύει ότι τα κακά της χώρας δεν οφείλονται σε λανθασμένες πολιτικές ή κακές επιλογές, αλλά σε κάτι πολύ βαθύτερο ή ακόμα χειρότερα ανίατο: δεν περάσαμε Αναγέννηση, ο χαρακτήρας μας διαμορφώθηκε από αιώνες υποτέλειας, και επομένως κάθε σοβαρή προσπάθεια αλλαγής όχι μόνο είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά θα κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Θα προκαλέσει αντιδράσεις και συνεπώς οπισθοδρόμηση. Αυτή δεν είναι δυτική σκέψη. Είναι βαθιά ανατολίτικη μοιρολατρία, φτιασιδωμένη με ευρωπαϊκό λεξιλόγιο.
Ο Ανατολίτης, από την άλλη, δεν είναι καθόλου παθητικός. Μπορεί να μην αγωνίζεται για τον εκσυγχρονισμό, αλλά… αγωνίζεται, μάλιστα με τρόπο που οι εκσυγχρονιστές συχνά χλευάζουν, αλλά δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν. Ξέρει τι θέλει, βρίσκει συμμάχους, κινείται μέσα στο σύστημα οργανωμένα και με στρατηγική επιμονή. Πιστεύει ότι μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα και γι’ αυτό τα φέρνει στα μέτρα του.
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι πρέπει να θαυμάζουμε τους Ανατολίτες. Είναι ότι ως Ελληνες είμαστε ταυτόχρονα Ανατολίτες και Δυτικοί, και ότι στο τέλος κερδίζει αυτός που προσπαθεί, και το κάνει με οργάνωση και επιμονή. Αν πρέπει να διδαχθούμε κάτι από την Ιστορία μας, είναι ότι η Επανάσταση του ’21 ξεκίνησε από ανθρώπους που εμπνεύστηκαν από τη Δύση με όραμα να αναστήσουν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Μπορεί να μην το εκπλήρωσαν στο σύνολό του. Αλλά ουδείς θα τους έλεγε ποτέ μοιρολάτρες.
* Ο κ. Νίκος Ρώμπαπας είναι πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών.

