Αραγε, τι έχουν στο μυαλό τους όσοι μιλούν για μια «δίκαιη δίκη»; Υποθέτω πως εννοούν ότι τηρήθηκαν απαρεγκλίτως όλες οι δικονομικές διαδικασίες κατά τη διάρκειά της και, αν διευρύνουμε τα χρονικά όρια της «δίκαιης δίκης», θα συμπεριλάβουμε και την ανακριτική διαδικασία. Σε αυτή τη φάση διερευνήθηκαν εξονυχιστικά και φωτίστηκαν όλες οι πτυχές της υπόθεσης.
Μέχρι εδώ νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουμε. Τα προβλήματα αρχίζουν όταν αυτοί που αναφέρονται σε μια «δίκαιη δίκη» το πάνε και παρακάτω. Θέλουν, δηλαδή, η απόφαση του δικαστηρίου να συμβαδίζει με την πεποίθηση που έχουν διαμορφώσει για το ποιος είναι ο ένοχος και ποιος ο αθώος, καθώς έχουν συγκροτήσει και ένα άλλο δικαστήριο που δικάζει με βάση το περί δικαίου αίσθημα, το οποίο αυτοί εκπροσωπούν. Οταν η απόφαση συμβαδίζει με αυτό το περί δικαίου αίσθημα, τότε η δίκη θεωρείται «δίκαιη», ειδάλλως τη ρίχνουν εις το πυρ το εξώτερον. Σε αυτήν την περίπτωση μιλάμε πλέον για ένα άλλο πολίτευμα, στο οποίο υπάρχει άλλου είδους «δικαιοσύνη».
Επίσης, να υποθέσω πως όσοι μιλούν για μια «δίκαιη δίκη» θέλουν οι δικαστές να αποφασίζουν ανεπηρέαστοι από εξωτερικούς παράγοντες. Να κρίνουν με βάση την πεποίθηση που σχημάτισαν κατά την ακροαματική διαδικασία, μακριά από κάθε είδους παρεμβάσεις. Τότε πού αποβλέπουν οι συγκεντρώσεις, έξω από τις δικαστικές αίθουσες, οργανωμένων ομάδων σε δίκες που έχουν πολιτικό ενδιαφέρον;
Τι ακριβώς διαδηλώνουν και σε ποιους απευθύνονται; Τι δουλειά έχουν πολιτικοί αρχηγοί και βουλευτές ανάμεσα στους διαδηλωτές;
Τα ζόρικα αρχίζουν όταν πάμε στην πρώτη γραμμή του πυρός. Εκεί όπου στην προκειμένη περίπτωση δοκιμάζεται η ανεξαρ- τησία της Δικαιοσύνης.
Αν θέλουμε να κάνουμε τις μωρές παρθένες, θα επικαλεστούμε την άσκηση, εκ μέρους των συγκεντρωμένων, ενός συνταγματικού δικαιώματος ή, αν είμαστε πιο «προοδευτικοί», θα μιλήσουμε για την έκφραση του περί δικαίου αισθήματος.
Ομως, με μια άλλη ματιά, θα μιλήσουμε για καραμπινάτη απόπειρα επηρεασμού των δικαστών. Συνεπώς, είναι οξύμωρο και υποκριτικό κάποιοι να μιλούν για «δίκαιη δίκη» και την ίδια στιγμή να διαδηλώνουν έξω από ένα δικαστικό μέγαρο για να καθοδηγήσουν την έδρα.
Σε αυτήν την περίπτωση πόσο «δίκαιη» μπορεί να είναι μια δίκη; Με τα πλήθη τα οποία έχουν αποφανθεί για το ποιος είναι ο ένοχος και ποιος ο αθώος, με παράγοντες της δίκης που συμπλέουν με τα πλήθη, πόσο ανεπηρέαστος μπορεί να παραμείνει ο δικαστής; Πόσο μπορεί να στεγανοποιήσει τις νοητικές του διαδικασίες και τη δικανική κρίση του από το συγκεκριμένο περιβάλλον;
Κάποιοι θα πουν πως οι δικαστές οφείλουν όλα αυτά να μην τα λαμβάνουν υπόψη. Να αντέχουν στην πίεση που θέλουν να τους ασκήσουν άτομα που βρίσκονται μέσα κι έξω από την αίθουσα, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα. Δικηγόρου ή πολιτικού ή και τα δύο μαζί.
Πάντα υπάρχει μια ευκολία στον ορισμό τού «πρέπει». Τα ζόρικα αρχίζουν όταν πάμε στην πρώτη γραμμή του πυρός. Εκεί όπου στην προκειμένη περίπτωση δοκιμάζεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

