Love Actually; Η σημερινή σχέση Βρετανίας–ΗΠΑ μοιάζει περισσότερο με… Contempt Actually

Love Actually; Η σημερινή σχέση Βρετανίας–ΗΠΑ μοιάζει περισσότερο με… Contempt Actually

6' 6" χρόνος ανάγνωσης

«Ενας φίλος που μας εκφοβίζει δεν είναι πια φίλος. Και αφού όσοι εκφοβίζουν ανταποκρίνονται μόνο στην ισχύ, από εδώ και πέρα θα είμαι έτοιμος να δείξω πολύ περισσότερη ισχύ. Και ο πρόεδρος πρέπει να είναι προετοιμασμένος γι’ αυτό». Ετσι μιλά ο Χιου Γκραντ, υποδυόμενος τον Βρετανό πρωθυπουργό, σε μια διάσημη σκηνή της ρομαντικής κομεντί Love Actually.

Ο πραγματικός Βρετανός πρωθυπουργός, Κιρ Στάρμερ, επιχείρησε να αντισταθεί — έστω και ελάχιστα — στον σημερινό «νταή» του Λευκού Οίκου στον πιο πρόσφατο αμερικανικό πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Παρά τις υπερβολικές προσπάθειες της βρετανικής κυβέρνησης να κολακέψει τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, από τη στιγμή της εκλογής του, η απάντηση που έλαβε ο Στάρμερ στην ήπια αυτή αντίδραση ήταν ένας καταιγισμός περιφρόνησης. Αρα, η πραγματικότητα δεν είναι Love Actually (Πραγματική αγάπη). Είναι… Contempt Actually (Πραγματική Περιφρόνηση).

Ερωτηθείς για τη λεπτή ευρωπαϊκή διάκριση της βρετανικής κυβέρνησης ανάμεσα σε «αμυντικά» πλήγματα στον Κόλπο — τα οποία πλέον υποστηρίζει — και «επιθετικά», τα οποία δεν υποστηρίζει, ο ιδεολόγος του κινήματος MAGA, Στιβ Μπάνον, είπε στον Φρέντι Χέιγουορντ του New Statesman: «Αυτά είναι διπλωματικές μαλακίες. Αντε γ******. Ή είσαι σύμμαχος ή δεν είσαι. Αντε γ******. Η ειδική σχέση τελείωσε». Αχ, αυτή η «ειδική σχέση»! Πρέπει να έχουν περάσει σαράντα χρόνια από τότε που άκουσα για πρώτη φορά τον πρώην καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας, Χέλμουτ Σμιτ, να λέει: «η ειδική σχέση είναι τόσο ειδική, που μόνο η μία πλευρά ξέρει ότι υπάρχει».

Love Actually; Η σημερινή σχέση Βρετανίας–ΗΠΑ μοιάζει περισσότερο με… Contempt Actually-1

Ενας Αμερικανός επικριτής του Τραμπ μου έκανε πρόσφατα την προφανή ερώτηση: «γιατί η κυβέρνησή σας συνεχίζει να γλείφει;». Πρέπει όντως να αναρωτηθούμε γιατί τόσο μεγάλο μέρος του επίσημου βρετανικού κράτους — και ιδίως το σύστημα ασφαλείας — συνεχίζει να προσκολλάται στις Ηνωμένες Πολιτείες σαν να εξαρτάται η ζωή του από αυτό, συμπεριφερόμενο σαν κάποιον εγκλωβισμένο σε μια κακοποιητική προσωπική σχέση.

Για να είμαστε δίκαιοι, πολλοί άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες πέρασαν μεγάλο μέρος του τελευταίου έτους θυσιάζοντας την αξιοπρέπειά τους για να κολακέψουν τον Τραμπ, δικαιολογώντας την κατεδάφιση όλων όσων αντιπροσώπευε η φιλελεύθερη Ευρώπη από το 1945 και μετά. Ο Μαρκ Ρούτε, γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, θα κέρδιζε μάλλον από τον Στάρμερ το κορυφαίο «παράσημο» του Private Eye — όχι το OBE (Τάγμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας), αλλά το OBN (Τάγμα της Καφέ Μύτης), το οποίο συνηθίζει να απονέμει το σατιρικό περιοδικό σε όσους φιλούν τα οπίσθια ηγετών. Οι λόγοι αυτής της δουλοπρέπειας είναι προφανείς: η εξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ για τη στήριξη της Ουκρανίας, για τη δική μας ασφάλεια στο ΝΑΤΟ και, σε σημαντικό βαθμό, για την ευημερία μας. Υπάρχει όμως κάτι ιδιαίτερα θλιβερό, ένδειξη πλήρους απόγνωσης, στον τρόπο με τον οποίο οι Βρετανοί προσκολλώνται στον «θείο Σαμ».

Η εξήγηση; Η ιστορία, φυσικά. Οι ιδρυτές των ΗΠΑ μεγάλωσαν θεωρώντας τους εαυτούς τους Αγγλους. Από το 1776 έως το 1917, όταν οι ΗΠΑ μπήκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, επρόκειτο — όπως εύστοχα το θέτει ο ιστορικός Ρόμπερτ Σόντερς — όχι τόσο για «ειδική» όσο για «ιδιότυπη» σχέση. Οι ΗΠΑ όριζαν τον εαυτό τους ιστορικά σε αντίθεση με τη Βρετανία, αλλά υπήρχε αμοιβαία γοητεία. Μετά τη σύντομη αλλά σημαντική στρατιωτική συμμαχία του 1917–18 και τη μετέπειτα ειρηνευτική διαδικασία στο Παρίσι, οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν από την Ευρώπη.

Για 15 χρόνια

Μια πραγματικά «ειδική σχέση» υπήρξε μεταξύ 1941 — όταν ο Ουίνστον Τσόρτσιλ κατάφερε, με λίγη βοήθεια από τον ιαπωνικό βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ, να φέρει τις ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του Χίτλερ — και 1956, όταν οι ΗΠΑ σταμάτησαν ταπεινωτικά τη Βρετανία και τη Γαλλία από το να ανακαταλάβουν τη Διώρυγα του Σουέζ. Το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ δεν ήταν ίσοι, αλλά υπήρχε ακόμη μια πραγματική εταιρική σχέση ισχύος, που διαμόρφωνε από κοινού την Ευρώπη — αν όχι ολόκληρο τον κόσμο.

Η Γαλλία και η Βρετανία κατέληξαν σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα από την ταπείνωσή τους στο Σουέζ. Η Γαλλία, υπό τον Σαρλ ντε Γκωλ, ανέπτυξε τη δική της ανεξάρτητη πυρηνική αποτροπή και ήδη τότε έθεσε τον στόχο που ο σημερινός πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν αποκαλεί «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία». Η Βρετανία, μετά από μια σύντομη περίοδο αποστασιοποίησης από την Ουάσιγκτον, ενίσχυσε την έμφαση της στη σχέση με τις ΗΠΑ. Αν δεν μπορούσαμε πλέον να είμαστε μια μεγάλη δύναμη από μόνοι μας, θα είμαστε «η Αθήνα της Αμερικανικής Ρώμης».

Σε αντίθεση με τη Γαλλία, η Βρετανία ανέπτυξε μια πυρηνική αποτροπή που ήταν — και παραμένει — τεχνολογικά εξαρτημένη από τις ΗΠΑ. Εβαζε πάντα το ΝΑΤΟ πάνω από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Σε πολλούς τομείς, η βρετανοαμερικανική σχέση όντως εμβαθύνθηκε: στις υπηρεσίες πληροφοριών και τη στρατιωτική συνεργασία, στην ακαδημαϊκή και μιντιακή σφαίρα, στα οικονομικά και τις επενδύσεις. Την ίδια στιγμή όμως, η πολιτική επιρροή της Βρετανίας στην Ουάσιγκτον μειωνόταν σταθερά — και εκείνη εξαρτιόταν ακόμη περισσότερο.

Ο αείμνηστος Βρετανός πολιτικός Ρόμπιν Κουκ θυμάται στα απομνημονεύματά του πώς, σε μια κρίσιμη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου στην πορεία προς τον πόλεμο του Ιράκ, ο τότε πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ είπε: «Σας λέω ότι πρέπει να μείνουμε κοντά στην Αμερική. Αν δεν το κάνουμε, θα χάσουμε την επιρροή μας να διαμορφώσουμε την πολιτική της». Πόση επιρροή υπήρχε όμως πραγματικά;

Σήμερα, ο πρώην προσωπάρχης του Μπλερ, Τζόναθαν Πάουελ, βρίσκεται στο πλευρό του Στάρμερ στο Νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ, προσπαθώντας να κάνει το ίδιο με τους τραμπικούς. «Διατηρούμε αυτές τις σχέσεις για να μπορούμε να έχουμε δύσκολες συζητήσεις», λέει ανώνυμη πηγή της κυβέρνησης. Όμως οι συζητήσεις δεν είναι δύσκολες για την Ουάσιγκτον — είναι για το Λονδίνο, γιατί πλέον του έχει απομείνει ελάχιστη επιρροή.

Η τάση αυτή έχει επιδεινωθεί από δύο ακόμη εξελίξεις. Η πρώτη είναι η αποδυνάμωση των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων. Αμερικανοί στρατιώτες που πολέμησαν επί χρόνια στο πλευρό των Βρετανών μου λένε πλέον, με κάτι περισσότερο από λύπηση παρά περιφρόνηση: «σχεδόν δεν έχετε πια στρατό». Στην τρέχουσα σύγκρουση, η Γαλλία έστειλε πλοίο στην Κύπρο πριν από τη Βρετανία, παρότι η βρετανική στρατιωτική βάση στην Κύπρο ήταν αυτή δέχτηκε επίθεση από το Ιράν. Αυτή η αδυναμία αντικατοπτρίζεται και στην ποπ κουλτούρα: στη νέα σεζόν της πολιτικής σειράς του Netflix The Diplomat, ο σκοτεινός Αμερικανός αντιπρόεδρος (τον οποίο υποδύεται εξαιρετικά ο Ρούφους Σιούελ) περιγράφει τη Βρετανία ως «το μικρό νησί που δεν μπορούσε». Αουτς.

Brexit

Η δεύτερη είναι το Brexit. Είναι πλέον ολοφάνερο ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι λιγότερο σημαντικό για τις ΗΠΑ απ’ ό,τι παλαιότερα, επειδή δεν αποτελεί πια μέρος μίας μεγαλύτερης ένωσης. Στην εποχή του Μπλερ, η Βρετανία είχε ακόμη δύο σχετικά ισχυρά «πόδια»: το διατλαντικό και το ευρωπαϊκό. Το 2016, σε μια πράξη μνημειώδους ανοησίας, επέλεξε να κόψει το ευρωπαϊκό της. Τώρα ο Τραμπ κόβει και το αμερικανικό.

Και ιδού ένας ακόμη λόγος για την ιδιότυπη, σχεδόν αξιολύπητη απελπισία της Βρετανίας: σε αντίθεση με τη Γαλλία ή τη Γερμανία, δεν έχει άλλο πόδι για να σταθεί.

Για όποιον αγαπά αυτή τη χώρα, είναι οδυνηρό να βλέπει πώς έχει καταντήσει αντικείμενο περιφρόνησης — ή στην καλύτερη περίπτωση, οίκτου. Ευτυχώς, υπάρχει δρόμος επιστροφής προς την αυτοεκτίμηση και τον σεβασμό. Διατηρώντας όσο το δυνατόν καλύτερες σχέσεις με τις ΗΠΑ, η Βρετανία μπορεί να χαράξει μια στρατηγική πορεία ώστε να γίνει βασικός πυλώνας μιας ισχυρότερης Ευρώπης. Αυτό σημαίνει ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας, ιδίως μέσω της «ευρωπαϊκοποίησης» του ΝΑΤΟ, και σημαίνει — όπως μόλις πρότεινε χρήσιμα ο δήμαρχος του Λονδίνου, Σαντίκ Χαν — επανένταξη στην ΕΕ. Το πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό, σε ορίζοντα πέντε έως δέκα ετών, και αν είναι πολιτικά εφικτό και στις δύο πλευρές της Μάγχης, είναι θέματα για επόμενα σχόλια. Μείνετε συντονισμένοι.

* Ο κ. Τίμοθι Γκάρτον Ας είναι καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT