Η σύντομη απάντηση είναι πως αν χρειάζεται να ρωτήσεις, σε πόλεμο δεν βρίσκεσαι. Με άλλα λόγια, αν βρισκόμασταν σε πόλεμο, θα το γνωρίζαμε πέραν πάσης αμφιβολίας· δεν θα το συζητούσαμε ακαδημαϊκά, καταθέτοντας ο καθένας τις εκτιμήσεις του για ένα θέμα τόσο αντικειμενικό όσο η ζωή και ο θάνατος. Επειδή όμως η ερώτηση τίθεται από πολλούς καλόπιστα, χρήζει πιο αναλυτικής απάντησης. Η απάντηση, σ’ αυτήν την περίπτωση, είναι ότι η στρατιωτική κινητοποίηση δεν είναι συνώνυμη της πολεμικής εμπλοκής, ούτε αποτελεί τη μοναδική αναγκαία συνθήκη γι’ αυτήν. Εκτός από την ενεργό και συνειδητή συμμετοχή, υπάρχουν και άλλες θέσεις γύρω από ένα πολεμικό γεγονός: μπορεί να βρίσκεσαι σε γεωγραφική εγγύτητα με αυτό, να είσαι εκ των προτέρων σύμμαχος μιας εμπλεκόμενης πλευράς και ως εκ τούτου να έχεις ανειλημμένες υποχρεώσεις απέναντί της ή, όπως συμβαίνει με την Ελλάδα και τη Σαουδική Αραβία, να παρέχεις στρατιωτική βοήθεια σε ένα κράτος (στο πλαίσιο προγενέστερης, αμοιβαίως επωφελούς συμφωνίας) και το κράτος αυτό να εισπράττει βαλλιστικά «απόνερα» μιας στρατιωτικής συμπλοκής έξω από τα σύνορά του. Τα πράγματα είναι, επομένως, αρκετά πιο περίπλοκα και, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν συνεχίζεται, καλούμαστε να εξοικειωθούμε με έννοιες και καταστάσεις που εκφεύγουν των ασπρόμαυρων βεβαιοτήτων: δεν είναι ανάγκη να εισέλθεις στον πόλεμο για να σε επηρεάσει· ο πόλεμος σε βρίσκει· σε καθιστά μέρος του με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο.
Φοβέμποροι
Υπάρχουν βεβαίως και κάποιοι που ρωτούν πιο πονηρά. Αυτοί δεν αναρωτιούνται στ’ αλήθεια αν η Ελλάδα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση, γιατί ξέρουν καλά ότι δεν βρίσκεται· άλλωστε, ούτε τα όπλα τούς ζήτησε κανείς να πάρουν ούτε κινδυνεύουν από την αμερικανοϊσραηλινή διένεξη με το Ιράν (τουλάχιστον όχι ακόμη). Το μέλημά τους είναι αυτό που είναι πάντα σε περιόδους κρίσης: να καλλιεργήσουν την εντύπωση του κινδύνου, να εντείνουν την αίσθηση ανασφάλειας, να κάνουν τα πράγματα χειρότερα, ώστε να αντλήσουν κέρδη από τον ιλιγγιώδη πανικό. Είναι εύκολο το εμπόριο φόβου, ειδικά όταν παρουσιάζεται ως εύλογη ανησυχία και πασπαλίζει τα πραγματικά δεδομένα με ασφυξιογόνα καχυποψία: «Κι αν το Ιράν εκλάβει τη δράση των ελληνικών Patriot υπέρ της αεράμυνας της Σαουδικής Αραβίας ως επιθετική ενέργεια της Ελλάδας; Δεν μας καθιστά αυτό εκ των πραγμάτων μέρος του πολέμου;». Αυτό το σκεπτικό ορίζει την εθνική ασφάλεια όχι απλώς ως ουδετερότητα, αλλά ως αορατότητα: να μη μας βλέπει κανείς, να μη μας υπολογίζει, να πάρουμε τη χώρα μας παραμάσχαλα και να χωθούμε σε μια σπηλιά για να μη γίνουμε στόχος κανενός. Να διακόψει η Ελλάδα κάθε συμμαχία της, δηλαδή, μην τυχόν και τη βάλει στο μάτι ο bully της παραδίπλα γειτονιάς και την πάρει στο κυνήγι.
Μόνοι στον κόσμο
Αν οι ανησυχούντες πιστεύουν ότι η λύση στην αβεβαιότητα του πολέμου είναι να κόψουμε την καλημέρα ακόμη και σε όσους πλήττονται από αυτόν, καλό είναι να αναλογιστούν τι προηγούμενο θα δημιουργούσε αυτή η στάση για την ίδια τους τη χώρα· τι έρεισμα θα είχε μετά η Ελλάδα για να ζητήσει βοήθεια σε περίπτωση δικής της ανάγκης. Εκτός αν πιστεύουν ότι η εκούσια απομόνωση θα μας χάριζε κάποιο είδος πλεονεκτήματος. Οτι αν κλείναμε την πόρτα σε κάθε υποψία γεωπολιτικής έντασης, αυτή θα σεβόταν την επιθυμία μας και δεν θα κατεδάφιζε την πόρτα με την πρώτη ευκαιρία. Το αναπόδραστο της επίδρασης του πολέμου είναι αυτό που θα έπρεπε να τονίζει και να εξηγεί η κυβέρνηση, αντί να κομπάζει για το αξιόμαχο των ελληνικών στρατιωτικών εξοπλισμών σαν να πρόκειται για μπιμπελό στο σαλόνι της. Οπως και σε πολλά άλλα θέματα κοινής λογικής, η ελληνική κοινωνία υστερεί στην κατανόηση των συσχετισμών της διεθνούς πολιτικής σκηνής και η αδιαφορία της κυβέρνησης για το έλλειμμα γνώσης των πολιτών δυσχεραίνει την κατάσταση. Στο επόμενο αντιπυραυλικό επίτευγμα της εκπατρισμένης πυροβολαρχίας, ας μπολιαστεί το εθνικό καμάρι με μερικές σταγόνες σύνεσης.

