«Ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα», αποφάνθηκε πριν από δύο αιώνες ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς. Εκείνο που (ορθώς) ήθελε να καταδείξει είναι ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις (πρέπει να) αποτελούν το μέσον για την επίτευξη ενός σαφώς καθορισμένου πολιτικού στόχου. Η ένοπλη σύρραξη δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά εργαλείο στα χέρια των πολιτικών ηγεσιών, το οποίο οφείλουν να χρησιμοποιούν με σύνεση και φειδώ.
Αν εξετάσει κανείς τις μείζονες συγκρούσεις στις οποίες ενεπλάκησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στον 21ο αιώνα –από το Αφγανιστάν και το Ιράκ μέχρι τη Λιβύη και, ευρύτερα, τον λεγόμενο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας»– προκύπτει μια παράδοξη εικόνα. Οι ΗΠΑ συνήθως επιτυγχάνουν εντυπωσιακές στρατιωτικές νίκες: καταστρέφουν τις υποδομές των αντιπάλων τους, εξοντώνουν ηγέτες κρατών ή/και οργανώσεων που θεωρούν ότι απειλούν την ασφάλειά τους, ανατρέπουν καθεστώτα. Ωστόσο, σε ένα ευρύτερο χρονικό πλαίσιο, φαίνεται να αποτυγχάνουν στον στρατηγικό στόχο: να διαμορφώσουν μια σταθερή δομή εξουσίας μετά το τέλος των εχθροπραξιών. Με άλλα λόγια, κερδίζουν τις μάχες, αλλά δυσκολεύονται να κερδίσουν την ειρήνη.
Η πρώτη εξήγηση σχετίζεται με την τεράστια στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις διαθέτουν τεχνολογικά μέσα, επιχειρησιακές δυνατότητες και πληροφοριακά δίκτυα που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο. Ετσι, είναι σε θέση να επιτυγχάνουν γρήγορες και αποφασιστικές νίκες στο συμβατικό πεδίο μάχης. Οι επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν το 2001 και στο Ιράκ το 2003 αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Τα καθεστώτα των Ταλιμπάν και του Σαντάμ Χουσεΐν κατέρρευσαν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η υπεροχή πολλές φορές τείνει να δημιουργεί μια στρατηγική αυταπάτη: την πεποίθηση ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να λύσει προβλήματα που είναι κυρίως πολιτικά. Το καθοριστικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν μπορεί να καταστραφεί ένας στρατός ή να εξουδετερωθεί ένας εχθρικός ηγέτης, αλλά κατά πόσοn μπορεί να δημιουργηθεί μια βιώσιμη πολιτική τάξη μετά την κατάρρευση του προηγούμενου καθεστώτος.
Η δεύτερη αιτία σχετίζεται με την τεράστια δυσκολία της οικοδόμησης κρατικών θεσμών μετά μια στρατιωτική επέμβαση. Η εμπειρία του Ιράκ και του Αφγανιστάν δείχνει ότι η κατάρρευση ενός αυταρχικού καθεστώτος δεν οδηγεί αυτομάτως στη δημιουργία ενός σταθερού συστήματος διακυβέρνησης – πολύ λιγότερο, ενός υποδείγματος βασισμένου σε δημοκρατικές διαδικασίες ανάλογες με εκείνες που ισχύουν στον δυτικό κόσμο. Στην πράξη, η πτώση ενός καθεστώτος συχνά δημιουργεί δυσαναπλήρωτο κενό εξουσίας. Σε αυτό το κενό εμφανίζονται ανεξέλεγκτες ένοπλες οργανώσεις και τοπικοί πολέμαρχοι, προκύπτουν εμφύλιες, θρησκευτικές ή εθνοτικές συγκρούσεις, ενώ δεν είναι σπάνιες οι εξωτερικές παρεμβάσεις από γειτονικές χώρες.
Ενα τρίτο κρίσιμο ζήτημα είναι η νομιμοποίηση. Οι ξένοι στρατοί, ακόμη κι όταν επιδιώκουν να σταθεροποιήσουν μια χώρα, συχνά αντιμετωπίζονται από ένα μέρος του τοπικού πληθυσμού ως δύναμη κατοχής. Αυτό δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη κινημάτων αντίστασης που συχνά παίρνουν τη μορφή αντάρτικου αγώνα, ο οποίος έχει εντελώς διαφορετική λογική από τους συμβατικούς πολέμους. Οι αντάρτες δεν χρειάζεται να νικήσουν στρατιωτικά μια υπερδύναμη. Αρκεί να επιβιώσουν για αρκετό χρόνο, ώστε να καταστήσουν την επιτόπια παρουσία της πολιτικά και οικονομικά δυσβάστακτη.
Ενα ακόμη στοιχείο είναι η ασυμμετρία της βούλησης. Για τις ΗΠΑ, οι περισσότερες από αυτές τις συγκρούσεις αποτελούν περιφερειακά ζητήματα ασφαλείας. Για τους τοπικούς δρώντες, όμως, πρόκειται για υπαρξιακές συγκρούσεις που αφορούν την εξουσία, την επιβίωση ή την ταυτότητά τους. Αυτό σημαίνει ότι οι τοπικές δυνάμεις είναι συχνά διατεθειμένες να αντέξουν πολύ περισσότερες απώλειες και μεγαλύτερη διάρκεια αιματηρής αντιπαράθεσης από ό,τι μια δημοκρατική κοινωνία όπως η αμερικανική. Η ανθεκτικότητα των ασθενεστέρων ενισχύεται ακόμη περισσότερο από την παρείσφρηση παραγόντων όπως η ιδεοληψία, ο θρησκευτικός φανατισμός, οι εσχατολογικές αντιλήψεις για την Ιστορία κ.ο.κ.
Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ευρύτερο διεθνές πλαίσιο. Οι πόλεμοι του 21ου αιώνα διεξάγονται σε ένα περιβάλλον όπου η διεθνής ισχύς είναι περισσότερο κατακερματισμένη. Περιφερειακές δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν το αποτέλεσμα των συγκρούσεων. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια στρατιωτική επέμβαση επιτύχει τον αρχικό της στόχο, η διαμόρφωση μιας σταθερής πολιτικής τάξης εξαρτάται από ένα πολύπλοκο πλέγμα διεθνών ανταγωνισμών.
Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι η στρατιωτική ισχύς, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να διαμορφώσει βιώσιμες πολιτικές λύσεις – ιδίως όταν δεν υπάρχει επαρκής και ρεαλιστικός σχεδιασμός από την πλευρά του ισχυρού. Η νίκη στο πεδίο της μάχης δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη νίκη στον πόλεμο, ο οποίος έτσι κι αλλιώς, όπως θα υπενθύμιζε ο Κλαούζεβιτς, πάντα περιβάλλεται από πυκνή ομίχλη αβεβαιότητας ως προς την τελική έκβασή του. Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει συχνά μετά το τέλος των εχθροπραξιών – την ημέρα που πρέπει να οικοδομηθεί η ειρήνη.
*Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Το βιβλίο του «Eνας κόσμος χωρίς κανόνες; Το διεθνές σύστημα στη συγκυρία της απορρύθμισης» θα κυκλοφορήσει την άνοιξη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

