H Ε.Ε. και η απαισιοδοξία του Χάμπερμας

3' 42" χρόνος ανάγνωσης

Στη σκιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ιδέα ενός «νέου κόσμου» δεν εμφανίστηκε απλώς ως ευσεβής πόθος, αλλά ως πολιτικό σχέδιο με θεσμούς και κανόνες. Η ίδρυση του ΟΗΕ το 1945 στηρίχθηκε στην πεποίθηση ότι η καταστροφή μπορούσε να δώσει τη θέση της σε κανόνες, ότι η ισχύς θα περιοριζόταν από θεσμούς και ότι η κυριαρχία θα εξημερωνόταν από το δίκαιο. Ακόμη και οι οικονομικές αρχιτεκτονικές της μεταπολεμικής περιόδου, από το Μπρέτον Γουντς και το ΔΝΤ έως την Παγκόσμια Τράπεζα, ενσάρκωναν την ίδια ιδέα: ότι η σταθερότητα και η ευημερία δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα ανταγωνισμού, αλλά προϊόν συντονισμού. Ηταν η απαρχή ενός νέου κανονιστικού φαντασιακού για τη διεθνή πολιτική.

Αυτή η υπόσχεση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ πλήρως. Ο Ψυχρός Πόλεμος περιόρισε τις φιλοδοξίες της παγκόσμιας διακυβέρνησης και επανέφερε την ισχύ στο προσκήνιο. Ωστόσο, το ιδεώδες πως ακόμη και οι ισχυροί οφείλουν να λογοδοτούν σε κανόνες δεν κατέρρευσε πλήρως. Στη μεταψυχροπολεμική εποχή, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επικαλούνταν διαρκώς το διεθνές δίκαιο πριν από επεμβάσεις, έστω και προσχηματικά. Από τη Βοσνία και το Κόσοβο έως το Ιράκ, η αμερικανική υπερδύναμη ένιωθε ακόμη ότι χρειάζεται μια κάποια νομιμοποίηση – συνήθως στο όνομα αυτού που ο Σάμιουελ Μόιν ονόμασε «τελευταία ουτοπία»: την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Δύση δεν αρκέστηκε πλέον στο να καταδικάζει, αλλά διεκδίκησε για τον εαυτό της το δικαίωμα (ακόμη και το καθήκον) να επεμβαίνει στο όνομα της ανθρωπότητας. Και τότε βεβαίως τα ερωτήματα ήταν αμείλικτα: Πότε επεμβαίνεις, με ποια νομιμοποίηση και με τι κόστος; Πότε η αποτροπή μιας σφαγής δικαιολογεί τη χρήση βίας και ποιος εγγυάται ότι τα ανθρωπιστικά κίνητρα δεν συγκαλύπτουν γεωπολιτικά συμφέροντα; Το χάος που ακολούθησε την επέμβαση στη Λιβύη, όπως και η ίδια η επιλεκτικότητα των επεμβάσεων, κατέδειξε με τον πιο εύγλωττο τρόπο τα όρια αυτού του μοντέλου.

Σήμερα, όμως, βρισκόμαστε σε μια διαφορετική φάση. Δεν χρειάζεται ούτε η εντολή του ΟΗΕ ούτε καν το πρόσχημα της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ατλαντική ισχύς επί Τραμπ δεν αισθάνεται πλέον υποχρεωμένη να μιλήσει ούτε τη γλώσσα των δικαιωμάτων ούτε τη γλώσσα των κανόνων, αλλά ούτε έστω να τις επικαλεστεί υποκριτικά. Η νεοαυτοκρατορική υπερδύναμη δεν μπαίνει καν στον κόπο να παίξει θέατρο, όπως είχε κάνει το 2003.

Η Ευρώπη μοιάζει, από την άλλη, αδύναμη και αμήχανη να πει καθαρά τι υπερασπίζεται. Η Ουκρανία έδειξε ότι, όταν διακυβεύεται η ίδια η ευρωπαϊκή ασφάλεια, η επίκληση του διεθνούς δικαίου επανέρχεται με τη λογική πως η κυριαρχία είναι απαραβίαστη, ότι η μονομερής χρήση βίας είναι ανεπίτρεπτη και ότι η τάξη που βασίζεται σε κανόνες δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Αντιθέτως, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ζήτησε να μη συζητηθεί αν ο πόλεμος με το Ιράν είναι «επιλογή ή αναγκαιότητα», γιατί έτσι «χάνουμε την ουσία». Εβδομήντα χρόνια διεθνούς δικαίου θα έλεγαν ακριβώς το αντίθετο: πως αυτό είναι το μόνο ουσιώδες ζήτημα, όταν οι ΗΠΑ, ως σύμμαχoς της Ε.Ε., βομβαρδίζουν μια κυρίαρχη χώρα χωρίς εντολή του ΟΗΕ, χωρίς επικείμενη απειλή και με δηλωμένο στόχο την ανατροπή ενός καθεστώτος – όσο σκληρό και καταπιεστικό και αν είναι αυτό. Το να παραμερίζεις τη διαφορά ανάμεσα στην επίθεση και στη νόμιμη άμυνα, καταλήγοντας μάλιστα πως η Ευρώπη δεν μπορεί να είναι θεματοφύλακας του «παλαιού κόσμου» των κανόνων, είναι σαν να λες ότι η νομιμότητα είναι δευτερεύουσας σημασίας όταν οι σκοποί είναι βολικοί. Ομως οι αρχές είτε είναι καθολικές είτε δεν είναι αρχές. Το δε ερώτημα είναι υπαρξιακό: Θέλει η Ευρώπη να παραμείνει κοινότητα αξιών ή θέλει να μετατραπεί σε έναν περιφερειακό διαχειριστή ισχύος;

Ενα από τα κεκτημένα που μας προσέφερε η κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα είναι ο σεβασμός στο διεθνές δίκαιο και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Ο θάνατος του Γιούργκεν Χάμπερμας προσδίδει σε αυτό το ζήτημα ακόμη μεγαλύτερο βάρος, γιατί είχε υποστηρίξει ότι αν κάτι διαφοροποιεί την Ευρώπη από άλλους, είναι η συνείδηση πως η πολιτική νομιμοποίηση οφείλει να προκύπτει μέσα από διαδικασίες λόγου και κατανόησης και όχι επιβολής. Για τον Γερμανό φιλόσοφο, οι κανόνες είχαν βαρύτητα ακριβώς επειδή δεσμεύουν και τους ισχυρούς – ιδίως αυτούς. Οπως όμως εκμυστηρεύθηκε ο ίδιος στον Φίλιπ Φελς («Ο φιλόσοφος», Trotta, 2025) τα τελευταία του χρόνια σφραγίστηκαν από την απογοήτευση και την απελπισία: «Σήμερα, όλα όσα αφιέρωσα τη ζωή μου για να υπερασπιστώ χάνονται βήμα βήμα». Αυτή τη στιγμή, που οι ΗΠΑ απεμπολούν τη σχέση τους με αυτή τη δέσμη κανόνων, η Ευρώπη οφείλει να την υπερασπιστεί αποφασιστικά, πληρώνοντας και το όποιο κόστος γι’ αυτό. Διαψεύδοντας την απαισιοδοξία του Χάμπερμας – του το οφείλει.

*Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT