Kαταγράφοντας νικητές και ηττημένους του πολέμου που συνεχίζεται στη Μέση Ανατολή, το ενδιαφέρον πολλών εύλογα στρέφεται στην Κίνα. Με τις επιχειρήσεις να βρίσκονται στην κορύφωσή τους, είναι ασφαλώς πρόωρο να εκτιμηθεί ποιοι θα ωφεληθούν και ποιοι θα ζημιωθούν, όταν αυτές ολοκληρωθούν. Δεν γνωρίζουμε ούτε μπορούμε να προβλέψουμε ποια θα είναι η εσωτερική κατάσταση στο Ιράν, αν το Ισραήλ θα αισθανθεί ασφαλές ώστε να μη συνεχίσει σποραδικά να επιτίθεται σε υποδομές, εγκαταστάσεις και πρόσωπα στο Ιράν, με την άνεση που το κάνει με τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο, ούτε βέβαια ποια θα είναι η νέα περιφερειακή ισορροπία.
Η Κίνα έχει συστηματοποιήσει το ενδιαφέρον της για τη Μέση Ανατολή τα τελευταία χρόνια, τόσο επενδύοντας σημαντικά κεφάλαια όσο και εξασφαλίζοντας πρόσβαση στους ενεργειακούς πόρους της. Εσχάτως δε και διαμεσολαβώντας, όχι πάντα με απόλυτη επιτυχία. Το Πεκίνο ενεπλάκη ενεργά στην αποκατάσταση τον σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν, καταφέρνοντας μια συμφωνία που έθεσε τις βάσεις για την καλύτερη κατανόηση ανάμεσα σε δύο παραδοσιακούς ανταγωνιστές στην περιοχή, οι οποίοι συγκρούονταν διά αντιπροσώπων σε τουλάχιστον τρία μέτωπα, στη Συρία, στο Ιράκ και στην Υεμένη. Απέτυχε, όμως, στην απόπειρα που έκανε το περασμένο καλοκαίρι να συμφιλιώσει τις παλαιστινιακές ομάδες, ενώ είναι δεδομένο ότι δεν είναι σε θέση και μάλλον δεν το επιθυμεί να αναπτύξει τον ρόλο του παρόχου/εγγυητή ασφαλείας για κάποιες από τις χώρες της περιοχής. Aλλωστε, η απροθυμία της να υποστηρίξει με πιο εμφατικό τρόπο το Ιράν, παρότι τις δύο χώρες «δένει» σειρά σοβαρών εμπορικών ενεργειακών συμφωνιών, δίνει στίγμα των προθέσεών της. Δεν φαίνεται διατεθειμένη να συνδράμει το Ιράν με αμυντικό υλικό, όπως έχει κάνει στην περίπτωση της Ρωσίας στον πόλεμο στην Ουκρανία, και αρκείται προσώρας σε συμφωνίες με την Τεχεράνη για την εξασφάλιση μέρους των εισαγωγών ιρανικού πετρελαίου. Σε πρόσφατο ψήφισμα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, που καταδίκαζε το Ιράν, το Πεκίνο, όπως και η Μόσχα, απείχε. Αυτονόητα η Κίνα θα προτιμούσε τη διατήρηση ενός καθεστώτος με το οποίο συνεργάζεται με σχετική εμπιστοσύνη. Αλλά δεν θα πρέπει να υπερτιμούμε τη σχέση Πεκίνου – Τεχεράνης. Μια συμφωνία μαμούθ άνω των 150 δισ. δολαρίων κινεζικών επενδύσεων έχει μείνει κενό γράμμα, όπως και η προμήθεια κινεζικών πυραύλων τελευταίας τεχνολογίας. Παράλληλα, ενυπάρχει και σχετική καχυποψία για τις σχέσεις Ιράν – Ινδίας και την πρόθεση του πρώτου να παράσχει διευκολύνσεις στους Ινδούς σε σημαντικά λιμάνια για τις παγκόσμιες θαλάσσιες αρτηρίες, αλλά και εν γένει τους εμπορικούς δρόμους.
Η Κίνα εισήγε περίπου το 12%-13% του πετρελαίου που κατανάλωνε από το Ιράν, κάτι που αντιστοιχούσε σε πάνω από το 70% των ιρανικών εξαγωγών, ένα ποσοστό πάντως σχεδόν τετραπλάσιο από τις εισαγωγές πετρελαίου από τη Βενεζουέλα. Διόλου αμελητέο για την κινεζική οικονομία, η οποία και στις τρεις πρώτες εβδομάδες του πολέμου εξακολουθεί να υποδέχεται κάποιες ποσότητες ιρανικού πετρελαίου. Βέβαια, είναι υποχρεωμένη να πληρώνει το πετρέλαιο σε υψηλότερες τιμές, αλλά και η πρόθεση του προέδρου Τραμπ είναι αυτή η συνθήκη να διορθωθεί γρήγορα, ενώ είναι χαρακτηριστικό της προνοητικότητας των Κινέζων ότι διαθέτουν τις μεγαλύτερες ποσότητες στρατηγικών αποθεμάτων από κάθε άλλη χώρα. Aκόμη και στο σενάριο εγκαθίδρυσης μιας φίλα προσκείμενης στη Δύση κυβέρνησης, θα απαιτούνταν τεράστια κεφάλαια να επενδυθούν, αλλά και πολύ χρόνος ώστε το Ιράν να αναπροσανατόλιζε τις εξαγωγές υδρογονανθράκων του προς την Ευρώπη. Υπό αυτή την έννοια, η κινεζική ηγεσία δεν ανησυχεί για τυχόν απώλεια ενός σημαντικού προμηθευτή της.
Το Πεκίνο επενδύει –και μάλιστα σε αντιδιαστολή με την τωρινή αμερικανική ηγεσία– στην εικόνα μιας δύναμης σταθερότητας και σχετικής φερεγγυότητας, την οποία έχει ανάγκη ο πλανήτης.
Από εκεί και πέρα, το Πεκίνο επενδύει –και μάλιστα σε αντιδιαστολή με την τωρινή αμερικανική ηγεσία– στην εικόνα μιας δύναμης σταθερότητας και σχετικής φερεγγυότητας, την οποία έχει ανάγκη ο πλανήτης. Ως κράτος στάτους κβο, η Κίνα επιχειρεί να προσεταιριστεί τους απογοητευμένους από την ασταθή, ευμετάβλητη και συχνά αναθεωρητική αμερικανική πολιτική, κάτι που επιβεβαιώθηκε σε πρόσφατη μέτρηση που έγινε σε τέσσερις χώρες (Καναδά, Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο), οι οποίες λιγότερο ή περισσότερο τοποθετούνται παραδοσιακά πολύ κοντά στην Ουάσιγκτον, με τους πολίτες τους να εμπιστεύονται περισσότερο την Κίνα από τις ΗΠΑ. Φαίνεται πως με παρόμοιο τρόπο η πρώτη θα επιχειρήσει να προσεγγίσει τις χώρες του Kόλπου, οι οποίες αυτή τη στιγμή πελαγοδρομούν. Προβάλλοντας, δηλαδή, την εικόνα του σταθεροποιητή ενός κλονιζόμενου περιφερειακού συστήματος που αναζητεί σταθερές και παρότι η Κίνα αδυνατεί να τους προσφέρει εγγυήσεις ασφάλειας, είναι διατεθειμένη να τους δώσει ψήφο εμπιστοσύνης μέσω νέων πρότζεκτ.
Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν θεωρητικά από το 2008 στρέψει το βλέμμα τους στην Ασία, και δη στα σημεία προβολής κινεζικής ισχύος, υπάρχει σήμερα μια μετατόπιση μονάδων προς τη Μέση Ανατολή, η οποία, εφόσον λάμβανε μονιμότερα χαρακτηριστικά, θα δημιουργούσε μια επιθυμητή για το Πεκίνο αμερικανική απουσία από την άμεση γειτονιά του.
O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

