Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 συνέβη μια έκρηξη δημοκρατίας σε ολόκληρο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των χωρών της επονομαζόμενης «Δύσης». Κράτη όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία απελευθερώθηκαν από τα δικτατορικά τους καθεστώτα, ενώ και όλες οι άλλες, ενδυναμώνοντας τους δημοκρατικούς τους θεσμούς και καταργώντας διακρίσεις και εμπόδια που επιβάλλονταν σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, έγιναν σταδιακά πιο ισχυρές και υγιείς δημοκρατίες. Η πορεία αυτή έμοιαζε δεδομένη, αναπόδραστη. Έτσι νομίζαμε ότι θα γίνεται στο εξής. Η δημοκρατία στις χώρες μας θα ήταν κατοχυρωμένη, οι ελευθερίες μας εξασφαλισμένες, και το κύμα θα παράσερνε σταδιακά και τα υπόλοιπα κράτη του κόσμου. Ε, δεν πάει πολύ καλά αυτό.
Το Ινστιτούτο V-Dem του πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ είναι ένας οργανισμός που παρακολουθεί την πορεία της δημοκρατίας σε 202 χώρες του κόσμου εδώ και δέκα χρόνια, χρησιμοποιώντας δεδομένα δυόμισι αιώνων για πάνω από 600 δείκτες που αφορούν τη λειτουργία του κράτους, την ποιότητα των θεσμών και τις ελευθερίες των πολιτών. Κάθε χρόνο εκδίδει μια έκθεση που «βαθμολογεί» τις χώρες σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα και τις κατατάσσει σε μια λίστα. Τις χωρίζει αδρά σε «δημοκρατίες» και «απολυταρχίες», αλλά από την ποιοτική ανάλυση προκύπτουν και υποκατηγορίες. Οι «φιλελεύθερες δημοκρατίες», ας πούμε, είναι οι πιο λειτουργικές και υγιείς από όλες. Είναι οι συνήθεις που φαντάζεται κανείς, οι Σκανδιναβικές χώρες, οι περισσότερες ευρωπαϊκές, η Κόστα Ρίκα, η Αυστραλία. Κάποιες άλλες, όμως, που δεν λειτουργούν το ίδιο καλά και εμφανίζουν προβληματικές παθογένειες, χαρακτηρίζονται «εκλογικές δημοκρατίες». Άλλες, ακόμα πιο προβληματικές, αν και διεξάγουν εκλογές, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν δημοκρατικές. Είναι οι «εκλογικές απολυταρχίες», και σε αυτές συγκαταλέγονται χώρες όπως η Ουγγαρία, η Ρωσία, το Μεξικό και η Αλβανία. Και στην τελευταία κατηγορία, βεβαίως, είναι οι «κλειστές απολυταρχίες», τα σκληρά αυταρχικά καθεστώτα, όπως το Αφγανιστάν, η Κούβα, η Σαουδική Αραβία και το Βιετνάμ.
Αλλά εκτός από την καταγραφή του πού κατατάσσεται κάθε χώρα σήμερα, ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η τάση σε βάθος χρόνου. Προς τα πού πηγαίνουν οι χώρες; Γίνεται ο κόσμος μας πιο δημοκρατικός; Πληθαίνουν οι χώρες που περιλαμβάνονται στις πρώτες κατηγορίες; Μειώνονται τα αυταρχικά καθεστώτα; Το συμπέρασμα από τη φετινή έκθεση, που κυκλοφόρησε την περασμένη εβδομάδα, είναι αποκαρδιωτικό.
Το 2005, λέει, ο μισός πληθυσμός του πλανήτη ζούσε σε δημοκρατίες («φιλελεύθερες» ή «εκλογικές»). Σήμερα το ποσοστό είναι 26%. Μόνο 600 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε πλήρεις, «φιλελεύθερες δημοκρατίες», την ώρα που 6 δισεκατομμύρια ζουν σε απολυταρχίες.
Δεν αλλάζουν όλες οι χώρες του κόσμου πολιτειακή πραγματικότητα, βεβαίως. Οι περισσότερες παραμένουν λίγο-πολύ ίδιες. Αλλά από τις 62 χώρες του κόσμου που βρίσκονται σε κάποια μετάβαση, μόνο οι 18 πηγαίνουν προς το δημοκρατικότερο. Οι 44 πηγαίνουν προς το αυταρχικότερο. Το 2005 οι χώρες που διολίσθαιναν ήταν μόνο 12.
Σύμφωνα με τους δείκτες που παρακολουθεί η έρευνα, ο κόσμος μας έχει σβήσει όλες της δημοκρατικές κατακτήσεις των περασμένων 50 χρόνων. Η δημοκρατία στη Γη έχει επανέλθει, πρακτικά, στο επίπεδο που βρισκόταν το 1978.
Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα της οπισθοχώρησης είναι, βεβαίως, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής που, σύμφωνα με την ανάλυση του V-Dem. για πρώτη φορά εδώ και 50 χρόνια παύουν να είναι «φιλελεύθερη δημοκρατία» και γίνονται «εκλογική δημοκρατία», στην ίδια κατηγορία με το Μαυροβούνιο, το Ισραήλ και τη Γκάμπια. Η οπισθοχώρηση αφορά σχεδόν όλους τους δείκτες: την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την υπερσυγκέντρωση ισχύος στο πρόσωπο του Προέδρου, την ελευθερία της έκφρασης, απειλές και έλεγχο στα ΜΜΕ, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών. Μέσα σε ένα χρόνο οι ΗΠΑ έπεσαν από την 20η στην 51η θέση στην κατάταξη «Liberal Democracy Index» (LDI) του Ινστιτούτου. «Μια τόσο δραματική οπισθοχώρηση σαν αυτή που παρατηρείται τον τελευταίο χρόνο υπό τον Ντόναλντ Τραμπ», γράφει η έκθεση, «χρειάστηκε τέσσερα χρόνια για να συντελεστεί στην Ουγγαρία του Βίκτορ Ούμπαν, οκτώ χρόνια στη Σερβία του Αλεξάνταρ Βούσιτς και δέκα χρόνια στην Ινδία του Ναρέντρα Μόντι και την Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν». Φέτος, λέει, η αμερικανική δημοκρατία υποχώρησε στο επίπεδο που βρισκόταν το 1965.
Αυτό είναι πρόβλημα. Για τις ΗΠΑ, ασφαλώς, αλλά και για όλο τον κόσμο. Όχι μόνο επειδή οι ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη στρατιωτική υπερδύναμη που έχει δει ποτέ η ανθρωπότητα, αλλά και επειδή σε έναν κόσμο ευμετάβλητο, γεμάτο κρίσεις και αναταραχές, η δημοκρατία είναι το ισχυρότερο ανάχωμα, ο μεγαλύτερος παράγοντας ανθεκτικότητας. Και τα ευρήματα της έρευνας είναι ανησυχητικά και για έναν άλλο λόγο.
Κι η Ελλάδα χαρακτηρίζεται «εκλογική» και όχι «φιλελεύθερη» δημοκρατία στην έκθεση. Στην κατάταξη του LDI εμείς εμφανιζόμαστε ακριβώς κάτω από τις ΗΠΑ, 52οι. Μία θέση πάνω από την Κολομβία. Ήμασταν, λέει, «φιλελεύθερη δημοκρατία» συνεχόμενα από το 1976 μέχρι το 2019, και μετά πέσαμε κατηγορία. Και συνεχίζουμε να πέφτουμε. Είμαστε μια από τις 44 χώρες του κόσμου όπου η δημοκρατία φθίνει. Στη δικιά μας δεν χειροτερεύουν όλα αλλά, σύμφωνα με την έκθεση, φθίνουν πολλά από τα κρίσιμα συστατικά της δημοκρατίας όπως «η ικανότητα του κράτους να αποδίδει δικαιοσύνη για παράνομες δραστηριότητες της κυβέρνησης» ή η ελευθερία του Τύπου. Ασφαλώς δημιουργούνται απορίες για το πώς γίνεται ειδικά αυτοί οι δείκτες και η δημοκρατία μας εν γενεί να αξιολογούνται χειρότερα σήμερα από ό,τι, ας πούμε, το 1988 ή το 1991, αλλά όπως και να ‘χει, το αποτέλεσμα είναι σοκαριστικό. Την τελευταία πενταετία, μάλιστα, ήμασταν η μόνη χώρα της «Δύσης» όπου η δημοκρατία υποχωρούσε, αλλά το 2025 αποκτήσαμε παρέα: την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ.
Τι σημαίνει αυτό για εμάς; Τι καμπανάκι πρέπει να χτυπήσει, και ποιοι είναι έτοιμοι να το ακούσουν; Σε μια εποχή γεμάτη κρίσεις, σε έναν κόσμο ευμετάβλητο, με τι εφόδια πάμε να αντιμετωπίσουμε το μέλλον; Με τι θεσμούς, με τι αναχώματα, με ποιες άμυνες;

