«Οικονομική πολιτική», είχε πει ο συγχωρεμένος για όλα τα κρίματά του Ρόναλντ Ρέιγκαν, «σημαίνει: αν κινείται, φορολόγησέ το. Αν σταματήσει να κινείται, επιδότησέ το». Κάπως έτσι είναι και η πολιτική κατά της ακρίβειας που ακολουθεί η κυβέρνηση. Μόνη διαφορά είναι πως υπάρχει και η αφανής φορολόγηση διά των ολιγοπωλίων.
Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις είναι η επιστολή επιχειρηματία στον τομέα της λιανικής για ένα αφανή παράγοντα της ακρίβειας, που είναι οι τράπεζες, οι επιχειρήσεις διαχείρισης των πιστωτικών καρτών και οι προμήθειές τους. Πριν από λίγο καιρό οι προμήθειες για πιστωτικές κάρτες ήταν «της τάξης του 0,50% (και σε μικρές επιχειρήσεις έως 0,70% max) και για τις καταναλωτικές (consumer) και για τις εταιρικές (business) κάρτες, είτε αυτές ήταν χρεωστικές είτε πιστωτικές».
Μετά οι τράπεζες πούλησαν τη διαχείριση αυτών των καρτών σε εταιρείες που είναι οι ίδιες μέτοχοι και όπως γράφει ο επιστολογράφος, «ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και φέτος προχώρησαν σε αύξηση των προμηθειών των εταιρικών καρτών οι οποίες, παρά τις συνεχείς και ασφυκτικές διαπραγματεύσεις μας με τις εταιρείες διαχείρισης αλλά και τις τράπεζες, ανήλθαν τελικά στο 1,40% και 1,20%».
Αυτή η αύξηση (100%-200%) στις προμήθειες των πιστωτικών καρτών είναι κόστος για τις επιχειρήσεις. Κάποιοι μικροί μαγαζάτορες, είτε θα στραβομουτσουνιάσουν βλέποντας κάρτα είτε θα προσπαθήσουν να την αποφύγουν με τους γνωστούς ρωμαίικους τρόπους: «Χάλασε το μηχανάκι, βρε αδελφέ…». Ολοι πάντως θα μετακυλίσουν το επιπλέον κόστος στους καταναλωτές, ενισχύοντας περαιτέρω την ακρίβεια που μαστίζει τα νοικοκυριά. Το χειρότερο δε είναι ότι αυτές οι προμήθειες αποτελούν οιονεί φορολογία, αφού μόνο δύο κάρτες έχουν μερίδιο 98% των συναλλαγών στην Ελλάδα.
Ετσι περνάμε στο δεύτερο μέρος του Ρεϊγκανικού αποφθέγματος. Αφού η κυβέρνηση και οι ρυθμιστικές αρχές –ένα σκασμό έχουμε από δαύτες– επιτρέπουν τη θηριώδη αύξηση της οιονεί φορολογίας, έρχεται η ώρα της επιδότησης, τα «μέτρα στήριξης της κοινωνίας», που λέει και ο πρωθυπουργός.
Οι υπουργοί όπου σταθούν κι όπου βρεθούν καμαρώνουν ότι δεν έβαλαν νέους φόρους. Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση μείωσε κάποιους φορολογικούς συντελεστές. Ομως με σωρευτικό πληθωρισμό 25% την περίοδο 2019-2025 και με ΦΠΑ 24% δεν χρειάζεται να βάλει νέους φόρους. Το 2019 έπαιρνε από το καλάθι των 100 ευρώ τα 24. Τώρα παίρνει 30. Αυτό για την κυβέρνηση μπορεί να αποτελεί παλιό φόρο, αλλά τα έξι επιπλέον ευρώ είναι νέα τρύπα στην τσέπη μας. Ας προσθέσουμε σε αυτό και τις ανέλεγκτες αυξήσεις των αφανών φόρων για υπηρεσίες που δεν μπορούμε να στερηθούμε.

