Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Οι Ελληνίδες και οι Έλληνες διαβάζουν λιγότερο από την πλειονότητα των άλλων Ευρωπαίων. Η δική μου θεωρία είναι ότι αυτό έχει να κάνει με τις ατέλειωτες εργατοώρες (που δεν συνδέονται με παραγωγικότητα), τις υποδομές που τους τσακίζουν τα νεύρα και το χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα. Πολλοί Έλληνες λατρεύουν το διάβασμα στο Πανεπιστήμιο και το ανακαλύπτουν με λαχτάρα ξανά στη συνταξιοδότησή τους-μάς τα λένε αυτά οι άνθρωποι στις παρουσιάσεις. Τι έχει μεσολαβήσει ενδιάμεσα; Η πλήρης υποχώρηση του «ελεύθερου χρόνου» στις παραγωγικές ηλικίες, το άγχος επιβίωσης και η καλλιέργεια ενός κλίματος μη σκέψης.
Οι πόλεις χτίζουν οι ίδιες το προφίλ τους. Το Δουβλίνο, για παράδειγμα, έχει καλλιεργήσει συστηματικά το προφίλ μίας λογοτεχνικής πόλης. Το μέρος διαθέτει πλήθος εξαιρετικών βιβλιοπωλείων και ατμόσφαιρα. Προβάλλει υπερήφανα τη σύγχρονη λογοτεχνία του-που είναι και κάπως σπουδαία εδώ που τα λέμε. Το Εδιμβούργο επενδύει συστηματικά στο προφίλ της πολιτιστικής Εδέμ. Το Λονδίνο διαθέτει ολοζώντανες αναγνωστικές κοινότητες και κορυφαία μέρη για διάβασμα.
Τίποτα δεν εμποδίζει την Αθήνα να μπει δυναμικά στο λογοτεχνικό χάρτη! Άλλωστε, όποιος έρχεται στην Αθήνα επισκέπτης έρχεται με τον πολιτισμό, το φαγητό και τον ήλιο στο μυαλό. Μάλιστα, η πόλη από την κρίση και μετά έχει προσελκύσει καλλιτέχνες από παντού. Είναι αυτοί που αναζητούσαν χαμηλότερα ενοίκια, καλύτερο φαγητό και έναν λιγότερο πλαστό τρόπο ζωής. Η κοσμοπολίτικη χροιά της θα μπορούσε να τονωθεί μέσα από διεθνή καλλιτεχνικά γεγονότα, είναι, όμως, το Λογοτεχνικό Φεστιβάλ που ετοιμάζουν οργανωτική επιτροπή και Δήμος Αθηναίων για την επόμενη εβδομάδα πράγματι διεθνές;
Ναι. Έχει πάνελς που «μπερδεύουν» σημαντικούς Έλληνες λογοτέχνες με τους καλεσμένους, αφιέρωμα στον Κουμανταρέα, τοπικές ξεναγήσεις και συζητήσεις που αφορούν τους πάντες. Στο πρόγραμμα συμμετέχουν σούπερ σταρς: ο Λάσλο Κρασναχορκάι, η Καρολίν Έμκε, μία από τις επιδραστικότερες δημόσιες διανοούμενες του γερμανόφωνου κόσμου, ο Ιρλανδός Πολ Λιντς, που έλαβε το (απολύτως σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο) Μπούκερ για το «Τραγούδι του Προφήτη», ο Ντέιβιντ Σολόι-το φετινό Μπούκερ με το Flesh!
Η αγάπη για τις τέχνες είναι και ζήτημα δημιουργίας κλίματος. Ξέρουμε πως όταν οι άνθρωποι έχουν εύκολη πρόσβαση στην κλασική μουσική, για παράδειγμα, εθίζονται στην απόλαυσή της. Αυτή είναι η εύλογη, ανθρώπινη αντίδραση στη συστηματική επαφή με το καλό έργο.
Το ίδιο και με άλλα είδη τέχνης που μερικές φορές κακοπαθαίνουν από τη συμπλεγματική τάση όσων τα «περιφρουρούν» να περιβάλλουν με αχλύ ανωτερότητας, ψευδούς ελιτισμού και μυστηρίου την απόλαυση των έργων. Οι διοργανωτές του Φεστιβάλ πράττουν το σωστό, λένε: η λογοτεχνία είναι για όλους, αρκεί να θέλουν να καλλιεργήσουν προσωπική σχέση μαζί της.
Οι συζητήσεις είναι δωρεάν, πράγμα αδιανόητο. Μάλιστα όσοι δεν προλάβουν να μπουν, θα απασχοληθούν σε παράλληλες πολιτιστικές δράσεις (και αυτές δωρεάν!). Σε άλλες χώρες το εισιτήριο για ν’ ακούσεις τον Λασλό να μιλάει θα ήταν πάρα πολύ τσουχτερό, ειδικά κατόπιν της ανακοίνωσης της απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον συγγραφέα.
Πάντως, υπάρχουν δύο τρόποι αντιμετώπισης των δωρεάν πραγμάτων από αυτούς που τα διοργανώνουν. Ο ένας διδάσκει το κοινό πως «δωρεάν» σημαίνει φθηνιάρικο, εκτελεσμένο με χοντροκοπιά και προχειρότητα. Σ’ αυτήν την περίπτωση, τα δωρεάν πράγματα βρωμάνε αυτοαναφορικότητα και χαιδολόγημα μεταξύ πολιτικών παραγόντων και παρατρεχάμενων του πολιτισμού. Η συμμετοχή του κοινού είναι χαμηλή και όσοι πάνε σιχαίνονται, γιατί συνδέουν την τέχνη με την ποταπότητα.
Ο άλλος τρόπος είναι να διοργανώσεις μια γιορτή, κάτι ευχάριστο και ποιοτικό. Να επιτρέψεις σε «κάποιον άσχετο» να απολαύσει αυτό που δεν ήξερε πως χρειαζόταν. Να του μάθεις να απαιτεί. Να αποζητά την επαφή με τη σκέψη ενός κάποιου επιπέδου και-ιδανικά-να γυρίζει στην πόλη με μία τσάντα βιβλία στον ώμο. Το Λογοτεχνικό Φεστιβάλ της Αθήνας μάς συστήνεται χωρίς φτήνια. Ήδη η ιστοσελίδα είναι σωστή. Έχει προσεγμένα κείμενα που πληροφούν το κοινό για τους Έλληνες λογοτέχνες, τους καλεσμένους και το έργο τους. Ακόμη κι αν δεν πάει κανείς μέχρι την Τεχνόπολη, μπορεί να διαμορφώσει αναγνωστικό πρόγραμμα επιπέδου μονάχα ψαχουλεύοντας την λίστα των συμμετεχόντων.
Δεν έχει επαρχιωτισμό, μιζέρια, κόμπλεξ. Συνδέει Έλληνες, Ούγγρους, Γερμανίδες, γιατί τα προβλήματά μας είναι κοινά-η λογοτεχνία το δείχνει αυτό. Στέλνεται, επίσης, μήνυμα πως η Αθήνα έχει μόνιμη σχέση με τον πολιτισμό, ανοιχτό πάρε-δώσε. Άλλωστε, η Ελλάδα χωρίς πολιτισμό δεν είναι και πολλά.

