Ολα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες σε σχέση με τον πόλεμο του Ιράν, τον οποίο είναι πρόδηλο ότι οι Αμερικανοί δεν δύνανται να κερδίσουν με κανέναν τρόπο, δημιουργούν μια εφιαλτική προοπτική: ένα ενεργό μέτωπο στην Ουκρανία και ένα μέτωπο στο Ιράν και στις χώρες του Περσικού Κόλπου, τα οποία λόγω του τρόπου με τον οποίο δραστηριοποιούνται οι μεγάλες δυνάμεις (δηλαδή οι ΗΠΑ και λιγότερο εμφανώς η Κίνα) έχουν μετατραπεί σε ένα τεράστιο πεδίο δοκιμών οπλικών συστημάτων τεχνολογικής αιχμής. Η Ελλάδα εξ ορισμού δεν μπορεί να διαδραματίσει κάποιο σοβαρό ρόλο, ωστόσο τις τελευταίες ώρες φαίνεται ότι σε διάφορες πρωτεύουσες (ειδικά στην Ανατολική Ευρώπη) επικρατεί μια σύγχυση, η οποία είναι προφανές ότι οδηγεί σε πολύ απλοϊκούς συσχετισμούς (χονδρικά: το Ιράν βοηθούσε τη Ρωσία, η Ρωσία βοηθάει το Ιράν, άρα το Ιράν είναι η Ρωσία).
Η Ευρώπη θα υποστεί τα οικονομικά δεινά ενός παρατεταμένου πολέμου και το γεγονός ότι όλες οι σοβαρές εταιρείες ανάλυσης δεδομένων και κινδύνων στον κόσμο δείχνουν ότι ένα σενάριο τριών έως έξι μηνών πολέμου είναι μια εξαιρετικά μεγάλη πιθανότητα, εξετάζεται και το ενδεχόμενο οι συγκρούσεις να συνεχιστούν και μετά το καλοκαίρι. Η εμπλοκή της Ευρώπης στις συγκρούσεις –με τον έναν ή τον άλλον τρόπο– θα αναγκάσει τις ευρωπαϊκές χώρες, άρα και τις κοινωνίες, σε περαιτέρω αύξηση δαπανών για την άμυνα και την ασφάλεια. Θα υποσκάψουν όμως έτσι περισσότερο τη συνοχή τους, καθώς θα ενισχύσουν οπορτουνιστικές πολιτικές οντότητες. Και, βεβαίως, θα υπονομεύσουν δομικά το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, καθώς οι οντότητες αυτές αποτελούν ανοιχτό αντίπαλο της ενότητας της Ε.Ε.
Η κατάσταση που διαμορφώνεται αναδεικνύει, επίσης, ότι οι παλαιοί ιδεολογικοί διαχωρισμοί της Ευρώπης (με βασικό δίπολο την Κεντροαριστερά και την Κεντροδεξιά) δεν ισχύουν πια. Το νόμισμα είναι ο πραγματισμός, ο κυνικός ρεαλισμός. Οποιος το αντιλαμβάνεται αυτό, αυξάνει την «επιβιωσιμότητά» του, ανεξαρτήτως πολιτικής ταμπέλας.
Εν μέσω δύο μεγάλων γεωπολιτικών κρίσεων, των πολέμων σε Ουκρανία και Ιράν, Ισραήλ και Περσικό Κόλπο, η Ευρώπη επιχειρεί να καταστρώσει κάποιου είδους τακτική που θα σώζει κάπως τα προσχήματα. Οσο, πάντως, περνάει ο καιρός –και έχει πυκνώσει αρκετά τα τελευταία 3-4 χρόνια– γίνεται σαφές ότι η Ευρώπη είναι αναγκασμένη να κάνει κάτι περισσότερο από αυτό. Να αποκτήσει κάτι που να μοιάζει με υψηλή στρατηγική. Αν δεν θέλει να είναι ένα ακόμη «Βιετνάμ». Και σε αυτή τη συζήτηση η Ελλάδα πρέπει να προσέξει να είναι στο τραπέζι. Κανονικά, όχι α λα καρτ.

