Η πρόσφατη δήλωση του πρωθυπουργού στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ και στον Αλέξη Παπαχελά ότι «δεν υπάρχουν πια εκπρόθεσμες τροπολογίες», σε πρώτη ανάγνωση, ακούγεται ως μια θεσμική επιτυχία. Για χρόνια οι εκπρόθεσμες τροπολογίες αποτέλεσαν σύμβολο κακής νομοθέτησης, περιορισμένου κοινοβουλευτικού ελέγχου και υποβάθμισης της ίδιας της Βουλής. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν έχουν εξαλειφθεί τυπικά, αλλά αν έχει πράγματι αντιμετωπιστεί το πρόβλημα που οι εκπρόθεσμες τροπολογίες δημιουργούσαν.
Ο κανονισμός της Βουλής είναι σαφής ως προς τον σκοπό του. Το άρθρο 87 στην παρ. 2 ορίζει ότι: «Προσθήκες ή τροπολογίες βουλευτών και υπουργών κατατίθενται τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από την έναρξη της συζήτησης στην Ολομέλεια, στο Τμήμα διακοπής των εργασιών της Βουλής ή στην αρμόδια διαρκή επιτροπή». Η πρόβλεψη αυτή δεν είναι τυχαία ούτε τυπική. Υπάρχει για να εξασφαλίζει χρόνο για μελέτη, για πολιτική αξιολόγηση, για τεχνική επεξεργασία, για δημόσιο και κοινοβουλευτικό διάλογο. Με άλλα λόγια, ο κανονισμός αποσκοπεί στο να διασφαλίσει τον απαραίτητο χρόνο ώστε να μπορεί η νομοθετική εξουσία να επιτελεί τον σκοπό της, που είναι να αξιολογεί και να ψηφίζει ενημερωμένα και τεκμηριωμένα τις προτάσεις νόμων.
Ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος των τροπολογιών εξακολουθεί να κατατίθεται αργά το βράδυ, συχνά μεταξύ 9 και 12. Λίγες ώρες αργότερα, στις πρώτες πρωινές συνεδριάσεις της επόμενης ημέρας, οι ίδιες αυτές ρυθμίσεις συζητούνται (στον ελάχιστο χρόνο που έχει μεσολαβήσει) και ψηφίζονται. Τα δεδομένα είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης του ΚΕΦίΜ, την περίοδο 2023-2025 το 80% των τροπολογιών που κατατέθηκαν μία ημέρα πριν από την ψήφισή τους κατατέθηκαν βράδυ, μεταξύ 21.00 και 23.59. Δηλαδή, κατατέθηκαν λίγες ώρες –αν και τυπικά μία ημέρα– πριν από την ψήφισή τους. Χαρακτηριστικά είναι ορισμένα παραδείγματα. Στον νόμο 5135/2024, δύο τροπολογίες κατατέθηκαν στις 11 Σεπτεμβρίου στις 23.25 και 23.35, σύμφωνα με τη σφραγίδα της Βουλής. Λίγες ώρες αργότερα, στις 10.04 το πρωί της 12ης Σεπτεμβρίου, ξεκίνησε η συνεδρίαση της Βουλής, στην οποία συζητήθηκαν και ψηφίστηκαν. Αντίστοιχα, στον νόμο 5215/2025, η μοναδική τροπολογία κατατέθηκε στις 22.25 το βράδυ της 1ης Ιουλίου και η συνεδρίαση της Βουλής κατά την οποία η τροπολογία ψηφίστηκε ξεκίνησε στις 9.04 το πρωί της επόμενης ημέρας. Δηλαδή, οι βουλευτές είχαν στη διάθεσή τους μόνο ένα νυχτερινό παράθυρο λίγων ωρών.
Αν και στο ΚΕΦίΜ έχουμε απευθύνει σχετικά ερωτήματα στα αρμόδια κοινοβουλευτικά όργανα, ζητώντας εξηγήσεις για το γιατί οι τροπολογίες που εισάγονται με αυτή τη διαδικασία δεν χαρακτηρίζονται από τη Βουλή εκπρόθεσμες, μέχρι σήμερα δεν έχουμε λάβει σαφή και τεκμηριωμένη απάντηση. Η μόνη ερμηνεία που προκύπτει από την πρακτική που ακολουθείται είναι μια ιδιαίτερα διασταλτική ανάγνωση του κανονισμού της Βουλής. Σύμφωνα με αυτήν, μια τροπολογία θεωρείται εμπρόθεσμη είτε αν κατατεθεί τουλάχιστον τρεις ημέρες πριν από την έναρξη της συζήτησης στην Ολομέλεια είτε αν κατατεθεί στο Τμήμα διακοπής των εργασιών της Βουλής είτε στην αρμόδια διαρκή επιτροπή.
Με άλλα λόγια, η τριήμερη πρόβλεψη για τον χαρακτηρισμό μιας τροπολογίας ως εμπρόθεσμης φαίνεται να αφορά αποκλειστικά την Ολομέλεια και όχι τις επιτροπές. Ετσι, μια τροπολογία μπορεί να θεωρείται εμπρόθεσμη ακόμη και όταν κατατίθεται στην αρμόδια επιτροπή λίγες μόνο ώρες πριν αυτή ολοκληρώσει τις εργασίες της, και συνεπώς ελάχιστο χρόνο πριν από τη συζήτηση και την ψήφισή της στην Ολομέλεια.
Μια τέτοια ερμηνεία, που εξαντλείται στη διαδικαστική τυπικότητα και αγνοεί τον πραγματικό χρόνο που διαθέτει το νομοθετικό σώμα για να επεξεργαστεί τις ρυθμίσεις, καταστρατηγεί το πνεύμα του κανονισμού της Βουλής. Κυρίως, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον σκοπό της διάταξης, που δεν είναι άλλος από τη διασφάλιση επαρκούς χρόνου ενημέρωσης, αξιολόγησης και λήψης απόφασης επί των τροπολογιών από τους βουλευτές.
Συνεπώς, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο με αυτό που παρήγαγαν οι παλιές εκπρόθεσμες τροπολογίες. Περιορισμένος έλεγχος, ελάχιστη συζήτηση, ανύπαρκτη δημόσια λογοδοσία. Απλώς τώρα το φαινόμενο δεν φαίνεται, αν κοιτάξει κανείς μόνο τη σφραγίδα της Βουλής, καθώς, τυπικά, οι τροπολογίες έχουν κατατεθεί στην επιτροπή (που έχει ολοκληρώσει τις εργασίες της λίγες ώρες νωρίτερα) και δεν σφραγίζονται ως εκπρόθεσμες. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι πώς ονομάζουμε αυτές τις τροπολογίες. Αν τις πούμε εκπρόθεσμες ή εμπρόθεσμες της τελευταίας στιγμής έχει μικρή σημασία. Σημασία έχει ότι τροπολογίες της τελευταίας στιγμής που ψηφίζονται λίγες ώρες μετά την εμφάνισή τους συνεχίζουν να υπάρχουν, ακόμη κι αν αυτό δεν αποτυπώνεται τυπικά.
Σε ένα κράτος δικαίου, ο σεβασμός των θεσμών δεν εξαντλείται στην τυπική συμμόρφωση με έναν κανόνα, αλλά στο πνεύμα του. Ο κανονισμός της Βουλής υπάρχει για να εγγυάται χρόνο και ποιότητα στη νομοθέτηση. Αν αυτός ο χρόνος συνεχίζει να συμπιέζεται, τότε το πρόβλημα παραμένει, όσο κι αν στα χαρτιά φαίνεται ότι το πρόβλημα έχει λυθεί.
*Ο κ. Κωνσταντίνος Σαραβάκος είναι επικεφαλής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών και υποψήφιος διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

