Πριν από λίγες μέρες ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης σε συνέντευξή του στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ έκανε την παρακάτω δήλωση: «Η Κυπριακή Δημοκρατία θα υπέβαλλε αν ήταν εφικτό ακόμη και αύριο αίτημα για να γίνει κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ».
Εννοείται πως αυτό το αίτημα δεν είναι εφικτό πρωτίστως για έναν λόγο. Διότι δεν έχει επιλυθεί το Κυπριακό. Θα μπορούσε η οποιαδήποτε κουβέντα να σταματήσει εδώ, καθώς η συγκεκριμένη δήλωση του Κύπριου προέδρου κινείται στον χώρο των προθέσεων. Δεν αποτελεί καν μια στρατηγική προοπτική. Τότε γιατί την έκανε;
Μέσα στο κλίμα των ημερών ήθελε να δείξει την προσήλωση της Κύπρου στις αρχές που υπερασπίζεται η Δύση, στην οποία ανήκει και οργανικά.
Επιπλέον αν, για πολύ συγκεκριμένους λόγους, οι ΗΠΑ κρίνουν πως το κυπριακό έδαφος είναι πολύτιμο για τη νατοϊκή συμμαχία η θετική στάση της Κυπριακής Δημοκρατίας να θεωρείται δεδομένη.
Βέβαια στο σημείο αυτό εγείρονται αρκετά ερωτήματα. Με ένα ισχυρό ΑΚΕΛ, με βιωμένο το αίσθημα της εγκατάλειψης του 1974 και με ισχυρό το φιλορωσικό ρεύμα, αμφιβάλλω αν η κυπριακή κοινωνία θα αγκάλιαζε πλειοψηφικά το σχετικό αίτημα. Αλλά έως εκεί υπάρχει πολύς δρόμος.
Οι δουλείες της Ιστορίας είναι πανταχού παρούσες. Καιροφυλακτούν σε κάθε κρίσιμη καμπή και υπενθυμίζουν πως πολιτική εν κενώ Ιστορίας δεν μπορεί να υπάρξει.
Ενα πρόσθετο ερώτημα είναι η στάση της Τουρκίας. Προφανώς εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία, θα πίεζε για μια λύση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της. Δηλαδή για να έχουμε σφαιρική εικόνα του θέματος, τα εμπόδια για την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ είναι ανυπέρβλητα, χωρίς να συνυπολογίσω σε αυτά και τα κωλύματα που υπάρχουν στην ιδρυτική συμφωνία του 1959.Βέβαια, ιστορικά η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ ήταν πάντα στο τραπέζι ή μάλλον κάτω από το τραπέζι, καθώς ο εθνικός στόχος της Ενωσης με την Ελλάδα, σήμαινε αυτό ακριβώς.
Η Κύπρος ως μέρος πλέον της ελληνικής επικράτειας θα αποτελούσε μια περιοχή υπό νατοϊκή προστασία. Η Ενωση ήταν μια νατοϊκή λύση.
Η Αριστερά στη δεκαετία του 1950, υπέρμαχος και αυτή του αιτήματος της αυτοδιάθεσης, προφανώς ιεραρχούσε κατά προτεραιότητα την υπονόμευση της αξιοπιστίας και του κύρους των Βρετανών και των Αμερικανών στη συνείδηση της ελληνικής κοινής γνώμης. Ούτως ή άλλως γνώριζε πως η Ενωση ήταν ανέφικτη, αλλά η υιοθέτησή της ως προπαγανδιστικού όπλου θα της απέφερε πολιτικά οφέλη, όπως φάνηκε και στις εκλογές του 1958.
Σήμερα και μόνον με το άκουσμα από το στόμα του Κύπριου προέδρου της λέξης «ΝΑΤΟ», λειτούργησαν με παβλοφικό τρόπο τα αντανακλαστικά της Αριστεράς σε Ελλάδα και Κύπρο. Και στην Ελλάδα ο λόγος της είναι μειωμένης εμβέλειας, στην Κύπρο όμως παραδοσιακά έχει ισχυρή απήχηση.
Τελικά, όσο και να θέλουμε να τις αποφύγουμε, οι δουλείες της Ιστορίας είναι πανταχού παρούσες. Καιροφυλακτούν σε κάθε κρίσιμη καμπή και υπενθυμίζουν πως πολιτική εν κενώ Ιστορίας δεν μπορεί να υπάρξει.

