Ηταν, μέχρι στιγμής, η πιο συγκλονιστική στιγμή του ντοκιμαντέρ. Η κόρη του Αμερικανού λοχία Ρόναλντ Στιούαρτ, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1991 από τη «17 Νοέμβρη» στη Γλυφάδα, μιλούσε για το τραύμα της απώλειας του πατέρα της. Πέρασαν δεκαετίες, αλλά δεν έχει επουλωθεί. «Θέλω να ξέρουν ότι στις 12 Μαρτίου του 1991, όταν ενεργοποίησαν αυτή τη βόμβα, δεν σκότωσαν απλά τον πατέρα μου, αλλά με έσπασαν σε εκατομμύρια κομμάτια και ακόμη προσπαθώ να επανακάμψω. Ακόμη μου λείπει κάθε μέρα», είπε.
Η συνέντευξη του Δημήτρη Κουφοντίνα για την ίδια σειρά ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά προκάλεσε αντιδράσεις, όχι μόνο από την πλευρά των συγγενών των θυμάτων της τρομοκρατικής οργάνωσης –οι οποίοι έχουν κάθε δικαίωμα να μη θέλουν να συμπεριληφθούν στην εκπομπή– αλλά και από μερίδα τηλεθεατών που θεωρούν ότι η οποιαδήποτε έκθεση στον φακό, ανεξαρτήτως περιεχομένου, ισοδυναμεί με διαφήμιση.
Στα επεισόδια του ντοκιμαντέρ, όμως, αναλύεται λεπτομερώς το αιματηρό παρελθόν της 17Ν, θύμα προς θύμα. Αξιωματικοί της αστυνομίας εκείνης της περιόδου περιγράφουν πώς ένα θύμα αποκεφαλίστηκε από μια έκρηξη, ενώ η κόρη του Στιούαρτ μιλάει για την τελευταία επικοινωνία που είχε με τον πατέρα της και τη σχέση τους που έμεινε μετέωρη και δεν αποκαταστάθηκε ποτέ μετά την τρομοκρατική ενέργεια εναντίον του. Η συνέντευξη του Κουφοντίνα εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο, όπου η βία και το αποτύπωμά της παρουσιάζονται ως έχουν, χωρίς αστερίσκους ή ιδεολογικό περιτύλιγμα. Οποια προσδοκία κι αν είχε ο συνεντευξιαζόμενος, η εμφάνισή του δεν τον ηρωοποιεί, αλλά τον απομυθοποιεί, ακόμη κι αν εκείνος παραμένει αμετανόητος. Ενίοτε οι δημοσιογράφοι πρέπει να μιλούν και με τους κακούς μιας ιστορίας. Οχι για λόγους ισορροπίας, αλλά για την πληρότητα της έρευνας. Από το πώς θα πλαισιώσουν αντίστοιχες συνεντεύξεις, πώς θα τσεκάρουν τα λεγόμενα κάποιου, ακόμη και από τα ερωτήματα που θα θέσουν, θα κριθεί στο τέλος εάν η προσέγγιση ήταν επιτυχημένη ή όχι.
Πριν από λίγα χρόνια μια τηλεθεάτρια διαμαρτυρήθηκε γιατί σε εκπομπή ερευνητικής δημοσιογραφίας για την κλοπή στην Εθνική Πινακοθήκη μιλούσε και ο ίδιος ο κλέφτης. Εκείνος παραδεχόταν το λάθος του, εξηγούσε ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο πολύτιμο από την ελευθερία την οποία στερήθηκε μετά την καταδίκη του, ενώ μεταξύ άλλων μιλούσε στην εκπομπή και ένας από τους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν. Για την τηλεθεάτρια, όμως, τίποτε από αυτά δεν μετρούσε. Θεωρούσε απαράδεκτο να δίνεται βήμα σε έναν καταδικασμένο εγκληματία. Νόμιζε ότι η δημόσια έκθεσή του θα μπορούσε να διαφθείρει τους ανηλίκους, ότι θα οδηγούσε ακόμη και σε φαινόμενα «μιμητισμού». Αρκούσε που τον είδε στην οθόνη, όχι το περιεχόμενο.

