Η ιστορία των πολεμικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ ήταν ανέκαθεν μια διελκυστίνδα ανάμεσα σε μια πρόθυμη κυβέρνηση και στην αρνητική κοινή γνώμη. Από τον πόλεμο του Ιράκ, με την πρόφαση των ανύπαρκτων «όπλων μαζικής καταστροφής», και το Βιετνάμ, όπου δεν έγινε ποτέ επίσημη κήρυξη πολέμου, μέχρι την προεκλογική εκστρατεία του Φραγκλίνου Ρούζβελτ το 1940, όταν υποσχέθηκε να κρατήσει τη χώρα μακριά από την ευρωπαϊκή διαμάχη. Στην περίπτωση του Τραμπ, όμως, έχουμε την επιπλέον ιδιαιτερότητα ότι η αντιπολεμική ρητορική ήταν διαχρονικά ένα βασικό στοιχείο της πολιτικής του διαφοροποίησης, τόσο από το αντίπαλο κόμμα, όσο και από το κατεστημένο του δικού του κόμματος. Η βάση των φανατικών οπαδών του κινήματος MAGA είχε πιστέψει πως η πολιτική «America First» αποκλείει πολέμους σε μακρινές χώρες, ασχέτως πόσο απεχθές μπορεί να είναι το καθεστώς τους.
Ηταν αναμενόμενο, επομένως, να δούμε κάποιες έντονες αντιδράσεις στην τωρινή πολεμική επιχείρηση από επωνύμους του συντηρητικού χώρου, όπως ο Τάκερ Κάρλσον, η Μέγκιν Κέλι και ο Ματ Ουόλς (δημοφιλείς παραγωγοί podcast με εκατομμύρια ακροατές), καθώς και χαμηλά ποσοστά υπέρ της επέμβασης στις δημοσκοπήσεις. Οι αριθμοί διαφέρουν αρκετά σε κάθε μέτρηση (Reuters 27%, CNN 41%, CBS News 44%, Fox News 50%) αλλά, σε κάθε περίπτωση, υπάρχει σημαντική απόσταση από την αποδοχή 72% που είχε στο ξεκίνημά του ο πόλεμος του Ιράκ το 2003 ή το 88% για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν το 2001 (δημοσκοπήσεις YouGov/Economist).
Μια διαφορά βεβαίως με την περίοδο 2001-2003 είναι ότι τώρα δεν προηγήθηκε καμία ουσιαστική προετοιμασία της κοινής γνώμης. Ακόμη και μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, ο πρόεδρος Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έδιναν διαφορετικές εξηγήσεις για την ανάγκη επέμβασης και τους απώτερους στόχους της. Επιπλέον, η επίσημη θέση της κυβέρνησης παραμένει ότι δεν πρόκειται για πόλεμο, αλλά για «στρατιωτικές επιχειρήσεις», κάτι που αφήνει την κοινή γνώμη απροετοίμαστη για το ενδεχόμενο παράτασης της διαμάχης για περισσότερο από μερικές εβδομάδες.
Το παράδοξο, όμως, εδώ είναι ότι στη δημοσκόπηση του CNN, οι Ρεπουμπλικανοί που αυτοπροσδιορίζονται ως μέλη του κινήματος MAGA ήταν πολύ συχνότερα υπέρ της επέμβασης στο Ιράν από τους υπόλοιπους Ρεπουμπλικανούς! Για αυτούς, επομένως, η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του ηγέτη υπερισχύει της ιδεολογίας, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση. «Τo MAGA είναι ο Τραμπ», όπως είπε ο ίδιος ο πρόεδρος, αναφερόμενος στην κριτική του Κάρλσον και της Κέλι.
Τα ποσοστά 27%-50%, ανάλογα με τη μέτρηση, είναι πολύ μικρότερα από την αποδοχή 72% που είχε στο ξεκίνημά του ο πόλεμος του Ιράκ το 2003 ή το 88% για τον πόλεμο στο Αφγα- νιστάν το 2001.
Θα μπορούσε να αλλάξει κάτι στη συνέχεια; Περίπου οι μισοί ερωτώμενοι στη δημοσκόπηση του Reuters είπαν ότι θα έχουν πιο αρνητική άποψη αν αυξηθεί η τιμή του πετρελαίου ή αν υπάρξουν αμερικανικές απώλειες (δεν υπήρχαν ακόμη όταν έγινε η δημοσκόπηση). Αυτό είναι κάτι που είχαμε δει στην πράξη και στους προηγούμενους πρόσφατους πολέμους, καθώς ο ενθουσιασμός για τις πρώτες επιτυχίες μετατρέπεται σε απογοήτευση από το συνεχιζόμενο κόστος σε χρήμα και ανθρώπινες ζωές. Αν η διαμάχη συνεχιστεί για άλλες πέντε εβδομάδες, η τιμή του πετρελαίου μπορεί να αυξηθεί πάνω από 25%, σύμφωνα με την επενδυτική τράπεζα Goldman Sachs.
Θα συνέχιζε να έχει την εμπιστοσύνη των φανατικών οπαδών του ο Τραμπ σε ένα τέτοιο σενάριο; Οχι απαραίτητα, καθώς η βάση αυτή μάλλον έχει ήδη αρχίσει να διαβρώνεται. Η σημαντική πτώση στα ποσοστά αποδοχής του προέδρου τον τελευταίο χρόνο επεκτείνεται και σε όσους εκφράζουν «πολύ θετική» άποψη, από 35% πέρυσι τον Ιανουάριο σε 24% τον προηγούμενο μήνα. Ακόμη κι ένα τέτοιο ποσοστό είναι σημαντικό, βεβαίως, δεδομένου του φανατισμού που δείχνουν αυτοί οι οπαδοί, δεν είναι όμως αρκετό για έναν πρόεδρο που έχει διαχρονική προτεραιότητα τον ενθουσιασμό της βάσης του μέσω ακραίας ρητορικής και πολιτικής, εις βάρος της προσέγγισης μετριοπαθών ψηφοφόρων του ενδιάμεσου χώρου.
Στη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ δείχνει να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την υστεροφημία του. Ισως θα έπρεπε πρώτα να κοιτάξει προς τα πίσω, στα λάθη των πολέμων στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, που συνετέλεσαν στη δημοσκοπική κατάρρευση του προέδρου Μπους, και να μη θεωρεί δεδομένη ούτε την επιτυχία μιας στρατιωτικής επιχείρησης στη Μέση Ανατολή ούτε την εμπιστοσύνη των οπαδών του.
*Ο κ. Νικόλας Μολφέτας είναι σύμβουλος επιχειρήσεων, έζησε στις ΗΠΑ τα τελευταία δέκα χρόνια και αρθρογραφεί για την αμερικανική πολιτική από το 2020.

