Ιανουάριος 1979. Ο παράξενος ταξιδιώτης με το γκρίζο ράσο, το σαρίκι και τα γένια εγκαταλείπει την κατοικία του στο Νεφλ λε Σατό της Γαλλίας και παίρνει το αεροπλάνο για την Τεχεράνη. Είναι σιίτης μουσουλμάνος και ετοιμάζεται να αναλάβει την ηγεσία μιας χώρας όπου ώς τότε κυριαρχούσαν οι σχέσεις της με την περσική παράδοση. Ενας άνθρωπος είναι, ο οποίος όμως θα μεταμορφώσει μια χώρα 90 εκατομμυρίων. Τη χώρα την έχει εγκαταλείψει ο σάχης Ρεζά Παχλαβί. Οι Ιρανοί υποδέχονται τη φυγή του ως απελευθέρωση από ένα στυγνό απολυταρχικό καθεστώς. Θα περάσουν εν μια νυκτί σ’ αυτό που σήμερα γνωρίζουμε ως θεοκρατική απολυταρχία. Δεν τους ενδιαφέρει, ή δεν ξέρουν τι τους περιμένει. Είναι απλώς ανακουφισμένοι γιατί κατάφεραν να ξεφορτωθούν τον σάχη.
Ο ενθουσιασμός τους δεν αφήνει ασυγκίνητους τους προύχοντες στο Σεν Ζερμέν ντε Πρε, το κεφαλοχώρι της ευρωπαϊκής διανόησης. Δέκα χρόνια μετά τον Μάη του ’68, το πνεύμα του είναι ακόμη ζωντανό και αναζητάει την πολιτισμική ετερότητα απέναντι στον δυτικό τρόπο ζωής και σκέψης απ’ όπου κι αν προέρχεται. Είτε από την Κίνα του Μάο είτε, τώρα, από την πολιτιστική επανάσταση του Ιράν. Διότι πέρα από πολιτική αλλαγή, αυτό που συμβαίνει στο Ιράν είναι μια ανατροπή του πολιτιστικού παραδείγματος. Μια ομάδα από φεμινίστριες ταξιδεύει ώς την Τεχεράνη για να συναντήσει τον αγιατολάχ Χομεϊνί. Εκείνος για να τις συναντήσει απαιτεί να φορούν μαντίλες. Εκείνες συσκέπτονται για να αποφασίσουν αν η μαντίλα συμβαδίζει με τις προοδευτικές τους ιδέες. Και μην μπορώντας να λύσουν το πολύπλοκο και βαθύ αυτό πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης, απευθύνονται στην αρχιέρεια της δικής τους θρησκείας, Σιμόν ντε Μποβουάρ. Εκείνη απορρίπτει τη μαντίλα και έτσι η συνάντηση αναβάλλεται. Δεν ξέρω αν υπάρχουν γραπτά ντοκουμέντα για τον διάλογο, είμαι όμως βέβαιος ότι θα ήσαν άκρως διασκεδαστικά. Μια Γαλλίδα δημοσιογράφος που συμμετέχει σε διαδήλωση φορώντας πέδιλα χωρίς κάλτσες συλλαμβάνεται και καταχεριάζεται. Μετά την παρακαλούν να μην αναφέρει το γεγονός, δεν ξέρω με τι ανταλλάγματα. Ο Σαρτρ, ο πρωταγωνιστής του εξαιρετικού δοκιμίου του Αρόν «Το όπιο των διανοουμένων», είναι άρρωστος, έχει σχεδόν χάσει την όρασή του και δεν παίρνει θέση για τον αγιατολάχ. Παρ’ όλα αυτά, έχει το κουράγιο να υπερασπιστεί την ποινή του θανάτου από τις επαναστατικές δυνάμεις και να πει ότι το 1793 δεν σκότωσαν αρκετούς.
Οι νεκροί στην τελευταία διαδήλωση εναντίον του σάχη ήταν 50. Τον Ιανουάριο του 1979 οι Φρουροί της Επανάστασης σκότωσαν 40.000.
Εν τω μεταξύ, στην Τεχεράνη το καθεστώς τακτοποιεί τα του οίκου του. Εχουν ήδη αρχίσει οι συνοπτικές εκτελέσεις των συνεργατών του πρώην καθεστώτος, όπως και οι εκκαθαρίσεις των αριστεριστών που συνεργάστηκαν με τους μουσουλμάνους στην αντίσταση κατά του σάχη. Από τις γυναίκες αφαιρείται η νομική χειραφέτηση που τους είχε παραχωρηθεί επί σάχη, ενώ η ομοφυλοφιλία τιμωρείται με θάνατο. Αυτό δεν πτοεί τον Μισέλ Φουκό, ο οποίος, αν και ομοφυλόφιλος, επισκέπτεται το Ιράν για να αναλάβει τον ρόλο του υποστηρικτή και θεωρητικού του νέου καθεστώτος. Ο Φουκό, 51 ετών τότε, δεν επηρεάζει μόνον το παρισινό κεφαλοχώρι των διανοουμένων. Η φήμη του και η σκέψη του έχει διασχίσει τον Ατλαντικό και έχει μεταναστεύσει στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Ο Φουκό, συγγραφέας τού «Οι λέξεις και τα πράγματα» και της «Ιστορίας της σεξουαλικότητας», μεταξύ άλλων, δεν εκπροσωπεί απλώς το πνεύμα του Μάη του ’68. Είναι η ενσάρκωσή του. Το Ιράν το επισκέπτεται ως απεσταλμένος της Corriere della Sera για να ανακαλύψει την απόλυτη ετερότητα απέναντι σε αυτό που ο ίδιος θεωρεί στερεότυπα και αγκυλώσεις της δυτικής σκέψης. Παραθέτω μερικά αποσπάσματα από τα φιλοσοφικά του συμπεράσματα: «Οι Ιρανοί δεν έχουν το ίδιο καθεστώς αλήθειας με το δικό μας. Το να πεις κάτι εννοώντας κάτι άλλο δεν θεωρείται καταδικαστέο διφορούμενο. Το αντίθετο θεωρείται άξιο. Μπορείς να πεις κάτι που αν το κρίνεις με τα γεγονότα δεν είναι αλήθεια, όμως παραπέμπει σ’ ένα βαθύ νόημα που δεν μπορείς να το περιορίσεις σε όρους ακρίβειας και παρατήρησης». Η ήττα της λογικής, ο θρίαμβος του Ιονέσκο, η προοδευτική σκέψη του Φουκό, η οποία, έστω αθέλητα, αναδεικνύει και το πρόβλημα που έχουν οι δυτικοί με τους μουλάδες. Είναι αδύνατον να συνεννοηθείς μαζί τους, επειδή μιλούν άλλη γλώσσα και έχουν άλλο τρόπο σκέψης. Ο Φουκό λέει κι άλλα πολλά. Αποκαλεί τον Χομεϊνί «άγιο» και εφαρμόζοντας ο ίδιος τη λογική αυτού που αποκαλεί ιρανική σκέψη μιλάει για εκατομμύρια νεκρούς επί σάχη. Οι νεκροί στην τελευταία διαδήλωση εναντίον του μονάρχη ήταν 50. Τον Ιανουάριο οι Φρουροί της Επανάστασης σκότωσαν 40.000. Μα δεν ενδιαφέρει η πραγματικότητα, αλλά το βαθύ της νόημα.
Αναρωτιέμαι τι θα έλεγαν όλοι αυτοί –διότι δεν είναι μόνον ο Φουκό– αν ζούσαν για να δουν την εξέλιξη του καθεστώτος που τόσο θαύμασαν. Κυρίως, ποια θέση θα έπαιρναν, ως διανοούμενοι και όχι ως πολιτικοί αναλυτές, απέναντι στο πρόβλημα που μας θέτει ο σημερινός πόλεμος στο Ιράν. Πώς συμβιβάζεται η παραβίαση του διεθνούς δικαίου με την ηθική υποχρέωση να βοηθήσεις μια κοινωνία η οποία θέλει να απαλλαγεί από ένα τυραννικό καθεστώς. Κάτι τέτοιες στιγμές αντιλαμβάνεσαι ότι ο ρόλος του διανοουμένου δεν είναι διακοσμητικός. Και αντιλαμβάνεσαι, διαβάζοντας όλ’ αυτά για το Ιράν τότε, πως οι ίδιοι οι διανοούμενοι υπονόμευσαν την αξιοπιστία τους.

