Η επιστημονική έρευνα δεν είναι πολυτέλεια· αποτελεί βασική υποδομή οικονομικής ανάπτυξης. Ο ΟΟΣΑ τεκμηριώνει διαχρονικά ότι οι χώρες με υψηλές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη εμφανίζουν μεγαλύτερη παραγωγικότητα και ανθεκτικότητα σε κρίσεις. Το 2023 ο μέσος όρος τέτοιων δαπανών στον ΟΟΣΑ ξεπέρασε το 2,7% του ΑΕΠ, με χώρες όπως η Γερμανία και η Νότια Κορέα να κινούνται πάνω από το 3%. Η Παγκόσμια Τράπεζα συνδέει άμεσα την τεχνολογική καινοτομία με τη μακροχρόνια αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος.
Κομβικό ρόλο σ’ αυτό το οικοσύστημα έχουν οι υποψήφιοι διδάκτορες. Αυτοί είναι εκπαιδευόμενοι ερευνητές που παράγουν πρωτότυπη γνώση, δημοσιεύουν σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και στηρίζουν τη λειτουργία πανεπιστημιακών εργαστηρίων. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες καλύπτουν και διδακτικές ανάγκες, μεταφέροντας σύγχρονη γνώση στους προπτυχιακούς φοιτητές. Η Ευρωπαϊκή Ενωση, μέσω των δράσεων Marie Skłodowska-Curie (MSCA), αντιμετωπίζει ρητά τους υποψήφιους διδάκτορες ως επαγγελματίες ερευνητές, με πλήρη μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα.
Η εκπαίδευση αυτών των ερευνητών στην Ελλάδα έχει στρατηγική σημασία. Οταν οι διδακτορικές διατριβές εκπονούνται στο εξωτερικό, συχνά ακολουθεί μόνιμη μετανάστευση.
Στις ανεπτυγμένες χώρες η χρηματοδότηση διδακτορικών σπουδών είναι θεσμοθετημένη και προβλέψιμη. Στη Γερμανία, το Γερμανικό Ιδρυμα Ερευνας (DFG) χρηματοδοτεί συστηματικά ερευνητικά έργα που ενσωματώνουν θέσεις μισθωτών υποψήφιων διδακτόρων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο αντίστοιχος φορέας (UKRI) στηρίζει ετήσια προγράμματα διδακτορικής εκπαίδευσης. Ακόμη, το Ολλανδικό Συμβούλιο Ερευνας (NWO), ίδρυμα με ετήσιο προϋπολογισμό περίπου 1 δισ. ευρώ, χρηματοδοτεί πολλά προγράμματα με αμειβόμενες θέσεις υποψηφίων διδακτόρων.
Στην Ελλάδα, οι βασικοί θεσμικοί πυλώνες χρηματοδότησης διδακτορικών σπουδών είναι σε επίπεδο ομάδων ερευνητικών έργων το Ελληνικό Ιδρυμα Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) και σε ατομικό επίπεδο υποψηφίων διδακτόρων το Ιδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ). Ωστόσο, η τελευταία προκήρυξη υποτροφιών υποψήφιων διδακτόρων του ΕΛΙΔΕΚ δημοσιεύθηκε πριν από τρία ακριβώς χρόνια, στις 8.3.2023. Παράλληλα, το πιο πρόσφατο επιχειρησιακό σχέδιο του ΕΛΙΔΕΚ (ο ετήσιος οδικός χάρτης για το επόμενο έτος) αφορά το 2024. Από την άλλη μεριά, το ΙΚΥ παρέχει υποτροφίες σε διδακτορικά που ήδη εκπονούνται. Αυτό είναι προβληματικό, διότι η χρηματοδότηση έρχεται εκ των υστέρων, δεν είναι τακτική, δηλαδή ετήσια, και έτσι δεν επιτρέπει την έναρξη νέων διατριβών· λειτουργεί περισσότερο ως κοινωνική ενίσχυση παρά ως εργαλείο ερευνητικής πολιτικής. Επιπλέον, το ΙΚΥ την τελευταία φορά που προκήρυξε διδακτορικές υποτροφίες ήταν το 2021 για υποψήφιους διδάκτορες που είχαν ξεκινήσει τη διατριβή τους το 2017-2019. Αυτές μάλιστα ήταν διάρκειας μόνο 16 μηνών. Η έλλειψη τακτικότητας υπονομεύει κάθε σοβαρό προγραμματισμό νέων ερευνητών, ερευνητικών ομάδων και εργαστηρίων.
Αιτία αυτής της κακοδαιμονίας είναι ότι και το ΙΚΥ και το ΕΛΙΔΕΚ, αντί να έχουν πόρους για να χρηματοδοτούν την έρευνα από τον εθνικό μας προϋπολογισμό, όπως θα έκανε μια χώρα που πραγματικά θεωρεί την έρευνα στρατηγική προτεραιότητα, βασίζονται σε ευκαιριακές ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, όπως το ΕΣΠΑ και ένα δάνειο Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων προς το ΕΛΙΔΕΚ. Ομως, το ΕΣΠΑ λειτουργεί σε επταετείς κύκλους με ασυνεχή «κύματα» προκηρύξεων και αυστηρούς κανόνες επιλεξιμότητας δαπανών, κάτι που δεν συμβαδίζει με την ανάγκη της έρευνας για σταθερή, προβλέψιμη και ευέλικτη χρηματοδότηση. Επιπλέον, οι ευρωπαϊκοί πόροι συνοχής έχουν πρωτίστως αναπτυξιακό σκοπό, οπότε η καθαρά ανταγωνιστική (με κριτήρια αριστείας) χρηματοδότηση βασικής έρευνας δεν αποτελεί τη φυσική τους αποστολή. Συνεπώς η έρευνα συχνά προσαρμόζεται στρεβλωτικά και αντιπαραγωγικά σε «μετρήσιμα» παραδοτέα. Τέλος, το απαιτούμενο αυξημένο διοικητικό και κανονιστικό βάρος περιορίζει τον καθαρό χρόνο έρευνας και αυξάνει το λειτουργικό κόστος.
Τι πρέπει να γίνει; Κυρίως πρέπει να κατανεμηθεί ένα ετήσιο ποσοστό στον τακτικό κρατικό προϋπολογισμό για ανταγωνιστική χρηματοδότηση της έρευνας, με προγραμματισμένες ετήσιες προκηρύξεις από το ΙΚΥ (για αποφοίτους που θέλουν να ξεκινήσουν διδακτορικό) και το ΕΛΙΔΕΚ (για ερευνητικά έργα). Παράλληλα, ακολουθώντας το επιτυχημένο παράδειγμα άλλων κρατών, είναι αναγκαίος ένας απλός μηχανισμός αυτόματης εθνικής χρηματοδότησης για ερευνητικές προτάσεις με υψηλή κατάταξη στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ερευνας (European Research Council – ERC), που δεν χρηματοδοτούνται λόγω ορίου προϋπολογισμού. Είναι πολύ κρίμα να χάνεται άριστη έρευνα επειδή «δεν έφτασαν τα χρήματα».
Χωρίς σταθερή και προβλέψιμη χρηματοδότηση της διδακτορικής έρευνας, η Ελλάδα θα συνεχίσει να εξάγει επιστημονικό δυναμικό και να εισάγει γνώση. Και αυτό είναι ένα έλλειμμα που καμιά οικονομία δεν αντέχει μακροπρόθεσμα.
*Ο κ. Διομήδης Σπινέλλης είναι καθηγητής στο Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Τμήμα Τεχνολογίας Λογισμικού του Πολυτεχνείου του Ντελφτ.

