Το θέμα του αποκλεισμού συμπατριωτών μας μετά την έναρξη του πολέμου σε προορισμούς που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ασφαλείς φέρνει στην επιφάνεια διάφορα ενδιαφέροντα πράγματα, και κάποιες εντάσεις οι οποίες σε περιόδους κανονικότητας είναι αόρατες, υπόγειες. Μία που βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα είναι η ένταση ανάμεσα στους πολίτες της Ελλάδας και στους μετανάστες της, αυτούς που σήμερα αποκαλούμε «αποδήμους» ή «διασπορά». Στον δημόσιο διάλογο και στις κανονικές εποχές, τα μηνύματα είναι όλα λόγια αλληλεγγύης και συντροφικότητας.
«Αχ, γιατί μας φύγατε, drained brains, μας λείπετε», είναι το μήνυμα των μεν. «Ω, πόσο σε νοσταλγούμε πατρίδα, φρέντο εσπρέσο και πιτόγυρο, μας λείπετε κι εμάς». Πώς θα τους διευκολύνουμε να ψηφίσουν, πώς θα κρατήσουμε ζωντανούς τους δεσμούς, πώς θα τους πείσουμε και να γυρίσουν, αν θέλουν, είναι το vibe από την εδώ πλευρά. Συχνά ταξίδια πίσω, φιλίες μόνο με Ελληνες, διαδικτυακή παρουσία μόνο στα ελληνικά, είναι συχνά ο κανόνας από την άλλη.
Αλλά, βεβαίως, από κάτω υπάρχει και μια υπόγεια γκρίνια εκατέρωθεν. Σας εκπαιδεύσαμε, σας ταΐσαμε, σας κάναμε ανθρώπους, λέει η μία μουρμούρα, και εσείς στα δύσκολα σηκωθήκατε, πήρατε το ποσοστό του ΑΕΠ και φύγατε. Η χώρα σας (έμφαση στο δεύτερο πληθυντικό) είναι ένα μπάχαλο, λέει η μουρμούρα από την άλλη πλευρά, έχετε γραφειοκρατία αλλά όχι πεζοδρόμια, σιγά μην κάτσουμε. Συνήθως η μουρμούρα παραμένει μουρμούρα, βεβαίως. Κατά τα άλλα, είμαστε μέσα στις αγάπες. Αλλά η ένταση υπάρχει.
Στον πυρήνα αυτής της έντασης, βεβαίως, είναι οι ανισότητες. Οι άνθρωποι που μεταναστεύουν δεν είναι ίδιοι με αυτούς που μένουν. Δεν είναι «καλύτεροι», ασφαλώς, αλλά είναι κατά κανόνα πιο «ανθεκτικοί», με κατάρτιση, διαφορετική αυτοπεποίθηση και, κυρίως, πιο προνομιούχοι. Ειδικά στην εποχή μας, από τη δική μας χώρα δεν φεύγουν μετανάστες οι φτωχοί. Δεν φεύγουν οι άνεργοι. Φεύγουν και τέτοιοι, αλλά φεύγουν κυρίως πολλοί καταρτισμένοι εργαζόμενοι, που σχεδόν σίγουρα θα έβρισκαν κάποια δουλειά και εδώ, αλλά αναζητούν πολύ καλύτερη αλλού.
Οι άνθρωποι που μεταναστεύουν δεν είναι ίδιοι με αυτούς που μένουν. Δεν είναι «καλύτεροι», ασφαλώς, αλλά είναι κατά κανόνα πιο «ανθεκτικοί», με κατάρτιση, διαφορετική αυτοπεποίθηση και, κυρίως, πιο προνομιούχοι.
Το προφίλ του «Ελληνα μετανάστη» τον 21ο αιώνα είναι πιο κοντά στο προφίλ του Βρετανού μετανάστη ή του Ισπανού μετανάστη, παρά στο προφίλ του Ελληνα μετανάστη του 1960. Είναι η κατηγορία των ανθρώπων που, βασικά, στην εποχή μας έχουν τα εφόδια για να ζήσουν οπουδήποτε. Και ποιοι μένουν πίσω; Διάφορες κατηγορίες. Μία από τις μεγάλες είναι οι άνθρωποι που δεν έχουν τέτοια εφόδια. Που, εξαιτίας των καταβολών τους, αλλά και της οικονομικής, οικονομικής και θεσμικής κατάστασης στη χώρα μας, ζορίζονται. Αυτοί που καλά καλά δεν μπορούν να ζήσουν πουθενά.
Πίσω από τα κοροϊδευτικά σχόλια για τους ινφλουένσερ που παγιδεύτηκαν στο Ντουμπάι υπάρχει ένα βαθύ κοινωνικό τραύμα, για το οποίο δεν συζητάμε αρκετά. Οι οικονομικές ανισότητες και, κυρίως, η υπόγεια διαπίστωση ότι «το σύστημα» δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο για όλους, ότι δεν είναι δίκαιο. Ισχύει.
Στον δείκτη της Παγκόσμιας Τράπεζας που μετράει την κοινωνική κινητικότητα (το πόσο πιθανό είναι, δηλαδή, ένα παιδί από ταπεινές καταβολές και γονείς με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο να φτάσει σε υψηλά εισοδήματα και υψηλό μορφωτικό επίπεδο) ανάμεσα σε 36 ανεπτυγμένες χώρες, η Ελλάδα βγαίνει 31η. Παντού υπάρχει αυτό το πρόβλημα, βεβαίως. Ελάχιστες χώρες (κυρίως της Βόρειας Ευρώπης) τα πηγαίνουν σχετικά καλά. Σε χώρες όπως η δική μας, ο μύθος της σκληρής δουλειάς και της προκοπής δεν πείθει πια κανέναν. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος για να γίνει κάποιος επιτυχημένος και πλούσιος δεν βρίσκεται στις συμβουλές των youtubers και στα κρυπτονομίσματα, αλλά στο να έχει πλούσιους γονείς. Αυτό, για ένα μεγάλο μέρος και της «πρώτης γενιάς που θα ζήσει χειρότερα από τους γονείς της», είναι ένα τραύμα.
Πίσω από τη δυσαρέσκεια και τη χαιρεκακία για τους πολίτες που επέλεξαν να μεταναστεύσουν στις χώρες του Κόλπου υπάρχει μια βαθιά απογοήτευση. Για διάφορα πράγματα, αλλά κυρίως για την απουσία ευκαιριών κοινωνικής ή οικονομικής ανέλιξης πίσω στην πατρίδα.
Δεν θα ήθελαν όλοι να πάνε να ζήσουν πολυτελώς και αφορολόγητα σε χώρες που στηρίζονται στην οικονομική εκμετάλλευση εκατομμυρίων πάμπτωχων εργατών, ασφαλώς. Αλλά όλοι θα ήθελαν να έχουν δυνατότητες, επιλογές και προοπτικές. Ως τότε, η εικόνα προνομιούχων, κάπως αφελών κι ώς τώρα ανέμελων ανθρώπων που επιστρέφουν με C-130 στην πατρίδα που αγαπούν, αλλά, μουρμουρίζοντας, απέρριψαν κιόλας, είναι ένα προσωρινό κι ανούσιο βάλσαμο.

