Είναι γεγονός πως στην Ελλάδα ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας πέρασε μια κρίση υπαρξιακής μορφής, από την οποία αγωνίζεται να συνέλθει και όπως φαίνεται τα καταφέρνει, έστω με βήματα χελώνας. Σε ακόμη πιο βαθιά κρίση βρίσκεται η ριζοσπαστική Αριστερά. Πολυδιασπασμένη, αναζητεί ματαίως έναν μπούσουλα που θα τη βγάλει από τη μιζέρια της. Σε αυτές τις περιπτώσεις, σχεδόν πάντα καταγράφεται και μια πτώση του ηθικού των φίλων που ακολουθούν όλα αυτά τα κόμματα Αριστεράς και Κεντροαριστεράς, καθώς, πέραν όλων των άλλων, ουδείς αμφισβητεί τη νίκη του κυβερνώντος κόμματος στις εκλογές. Υπό συζήτηση είναι η έκτασή της.
Μέσα σε αυτό το κλίμα προέκυψε ένα είδωλο. Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος ύψωσε το ανάστημά του στον πλανητάρχη. Υποθέτω πως οι φίλοι του ΠΑΣΟΚ μιας κάποιας ηλικίας θα θυμήθηκαν, όλο συγκίνηση, τον αείμνηστο ηγέτη τους ο οποίος συνεχώς έλεγε «όχι» στον Ρόναλντ Ρέιγκαν. Μεγάλες στιγμές του «κινήματος της ειρήνης», με αποκορύφωμα την κίνηση των έξι ηγετών (22 Μαΐου 1984). Επειτα από μερικούς μήνες (Νοέμβριος 1984) ακολούθησε η ιστορική συνάντηση Καντάφι – Μιτεράν στην Ελούντα για να λύσουν τις διαφορές που είχαν για το Τσαντ. Μια συνάντηση που οργάνωσε ο αείμνηστος, κατόπιν παράκλησης του Γάλλου προέδρου. Συνεπώς, η άρνηση του Σάντσεθ να υπακούσει στις απαιτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ βρήκε πρόσφορο έδαφος στην εγχώρια Κεντροαριστερά, διαπαιδαγωγημένη με τις αρχές και τις αξίες του ΠΑΣΟΚ της ηρωικής, «ασυμβίβαστης» εποχής.
Ενα μικρό κόμμα ή μια ιδεολογική σέχτα έχουν την πολυτέλεια να μην είναι ούτε με τους αγιατολάδες ούτε με τον Νετανιάχου. Μια ελληνική κυβέρ- νηση δεν έχει αυτήν την πολυτέλεια.
Ο θαυμασμός της στάσης ενός πολιτικού μοιραία συνεπάγεται και πρόσκληση να ακολουθήσουμε κι εμείς μια παρόμοια συμπεριφορά. Αποτελεί ένα υπόδειγμα, άλλως ο θαυμασμός είναι κενός περιεχομένου. Μάλιστα, κάτω από την αποθέωση του Ισπανού πρωθυπουργού κρύβεται και μια ομαδική ψυχοθεραπεία της δικής μας σοσιαλδημοκρατίας, η οποία, μετά τη δεκαπενταετή καταστροφική πορεία της, αισθάνεται την ανάγκη από κάπου να πιαστεί. Και ήρθε ο Σάντσεθ και της έριξε το σωσίβιο. Βεβαίως, στην ηρωοποίησή του συνέβαλε τα μάλα και η επίθεση που δέχθηκε από τον πλανητάρχη. Κέρδισε πολλούς πόντους στους φίλους των ίσων αποστάσεων.
Φυσικά, ο Πέδρο Σάντσεθ μπορεί ανέξοδα να λέει τα «όχι» του στον Ντ. Τραμπ. Η Ισπανία δεν συνορεύει με προβληματικούς γείτονες, άρα δεν συντρέχει λόγος να έχει υψηλές στρατιωτικές δαπάνες και ο μόνος πόλεμος που γνώρισε στο έδαφός της ήταν ο εμφύλιος (1936-1939). Είναι αυτονόητο πως οι συνθήκες στην Ελλάδα είναι εντελώς διαφορετικές. Εδώ οι «μαγκιές» έχουν κόστος και αυτό το γνωρίζουν οι κυβερνώντες και όχι μόνον. Πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική ασκείς όταν υπάρχουν πολλές διαστάσεις που σε βοηθούν να ισορροπήσεις. Οταν υπάρχει μόνον μία, δεν έχεις περιθώρια επιλογών. Ενα μικρό κόμμα ή μια ιδεολογική σέχτα έχουν την πολυτέλεια να μην είναι ούτε με τους αγιατολάδες ούτε με τον Νετανιάχου. Μια ελληνική κυβέρνηση δεν έχει αυτήν την πολυτέλεια.

