Στο βιβλίο του «On Killing» (1995), ο Αμερικανός στρατιωτικός ψυχίατρος Ντέιβ Γκρόσμαν παρέθεσε τα αποτελέσματα έρευνας που διεξήγαγε εν μέσω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο συνταγματάρχης Σ. Λ. Μάρσαλ: υπέβαλε σε λεπτομερές ερωτηματολόγιο άνδρες που είχαν υπηρετήσει σε 400 και πλέον λόχους πεζικού στον Κεντρικό Ειρηνικό και στην Ευρώπη. Κατέληξε σε ορισμένα στατιστικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία «μόνον το 15%-20% των μάχιμων τυφεκιοφόρων του πεζικού επεδείκνυαν προθυμία στο να βάλλουν εναντίον του εχθρού». Ο Μάρσαλ συνέχισε τις έρευνές του και στον πόλεμο της Κορέας, όπου διαπιστώθηκε ότι το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 50%, ενώ σε ανάλογες έρευνες του αμερικανικού στρατού στο Βιετνάμ, σκαρφάλωσε ακόμη και στο 90%.
Στην ίδια έρευνα ανατρέχει και στη μελέτη της «An Intimate History of Killing» (1999) η Αγγλίδα ιστορικός Τζοάνα Μπερκ. Επιβεβαιώνει τα ευρήματα του Μάρσαλ, μνημονεύοντας διάφορα πολεμικά επεισόδια. Π.χ., ο αντισυνταγματάρχης Ρόμπερτ Κολ ηγείτο του 502ου Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών, μία από τις πλέον αξιόμαχες μονάδες του αμερικανικού στρατού, στη μάχη της Νορμανδίας. Οταν όμως οι άνδρες του δέχθηκαν επίθεση στις 10 Ιουνίου 1944, ήταν απλώς αδύνατον να τους πείσει να ανταποδώσουν τα πυρά. «Ούτε ένας άνδρας στους είκοσι πέντε δεν έβαλε από μόνος του», ανέφερε αργότερα ο Κολ. «Οι άνδρες μου είχαν διδαχθεί στην εκπαίδευση να βάλλουν κατά του εχθρού, ήξεραν όλοι πολύ καλά τι να κάνουν, αλλά απλώς δεν το έπραξαν. Οταν έδωσα τη διαταγή στους άνδρες που βρίσκονταν δεξιά μου να ανοίξουν πυρ, το έκαναν. Αλλά τη στιγμή που προχώρησα και τους άφησα πίσω μου, σταμάτησαν. Συνέχισα να πηγαίνω πέρα δώθε και να φωνάζω, “για όνομα του Θεού, ανοίξτε πυρ!”, αλλά δεν είχε σπουδαία αποτελέσματα. Πυροβολούσαν μόνον όταν κοιτούσα ή όταν κάποιος άλλος αξιωματικός στεκόταν από πάνω τους».
Στην πλειονότητά τους οι ερωτώμενοι βετεράνοι κατέθεσαν ότι δεν ήταν ο πανικός της στιγμής που τους έκανε να μη βάλλουν κατά του εχθρού όσο ένας ηθικός ενδοιασμός απέναντι στην ιδέα ότι θα έστρεφαν το όπλο απέναντι σε έναν άλλο άνθρωπο. Η βιβλική εντολή, όσο κι αν την απαξιώνουμε σήμερα, έχει εν τέλει ένα ισχυρό στοιχείο συλλογικής ψυχικής και πολιτισμικής εγγραφής.
Δεν τίθεται ζήτημα: σε κάθε πόλεμο υπάρχουν οι πρόθυμοι εκτελεστές, οι «γεννημένοι δολοφόνοι». Αλλά δεν είναι η πλειονότητα. Και υπάρχει πάντοτε η προστατευτική μέθοδος της εκλογίκευσης. Ρώτησα κάποτε έναν Ελληνα βετεράνο του Εμφυλίου και της Κορέας αν είχε αισθανθεί ενοχές επειδή σκότωσε ανθρώπους πάνω στη μάχη. «Τι εννοείτε, κύριε; Τύψεις συνειδήσεως; Θα αστειεύεστε. Ήταν ή αυτός ή εγώ».
Τα drones και η τεχνητή νοημοσύνη, για να πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε χθες, δεν έχουν τέτοια ζητήματα ψυχολογικής ή ηθικής τάξης. Οσο όμως κι αν προσπαθεί ο άνθρωπος να απλοποιήσει τον πόλεμο, υπάρχουν πάντοτε περιπλοκές. Θα συνεχίσουμε αύριο.

