Λίγες ώρες στις Βρυξέλλες και επαφές και συζητήσεις με αρμόδιους φορείς της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας αρκούν για να επιβεβαιώσουν την προβληματική εικόνα που εκπέμπει η Ενωση σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση κρίσεων και τη διαχείριση των σχέσεων με άλλους ισχυρούς παίκτες του παγκόσμιου οικονομικού και γεωπολιτικού συστήματος.
Η έλλειψη εσωτερικής συνοχής αποτελεί πλέον ένα σοβαρό πρόβλημα λειτουργίας της Ενωσης. Δεν είναι μόνον οι συχνές διαφοροποιήσεις του Ούγγρου πρωθυπουργού, ενίοτε και άλλων ηγετών. Υπάρχουν και βαθιές διαφορές, που συχνά διολισθαίνουν σε μετωπικές συγκρούσεις εντός των θεσμικών οργάνων της Ενωσης.
Αντικρουόμενα συμφέροντα και προσωπικές έριδες, αλλά και τα θολά όρια αρμοδιοτήτων –αναδείχθηκαν με έντονο τρόπο τις προηγούμενες ημέρες μεταξύ Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και Κάγια Κάλας, με αφορμή τη στάση της Ε.Ε. έναντι της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης κατά του Ιράν–, πλήττουν την εικόνα της Ε.Ε. και περιορίζουν τις δυνατότητες ουσιαστικής παρέμβασης.
Λίγες ώρες μετά την έναρξη των βομβαρδισμών, υπήρξε ένας «ανταγωνισμός» δηλώσεων με διαφορετική προσέγγιση, ανάμεσα στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και σε μία από τις αντιπροέδρους και αρμόδια για την εξωτερική πολιτική της Ενωσης. Στη θεσμική διάσπαση ρόλων προσθέστε και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊ-κού Συμβουλίου.
Ολοι αυτοί οι παράγοντες δυσχεραίνουν το έργο της άμεσης διαμόρφωσης μιας κοινής και άρα πιο αποτελεσματικής προσέγγισης.
Μεταρρυθμίσεις και αλλαγή συμπεριφοράς εάν η Ευρώπη θέλει να αντιμετωπίζεται ως ισχυρός παγκόσμιος παίκτης.
Η σχέση με τις ΗΠΑ καθίσταται πιο δύσκολη όταν ο εκάστοτε Αμερικανός πρόεδρος, πολλώ δε μάλλον ο σημερινός, έχει την αίσθηση πως δεν υπάρχει ο αντίστοιχος ισότιμος συνομιλητής στις Βρυξέλλες και οι θέσεις κάποιων χωρών δεν είναι απαραιτήτως οι ίδιες με αυτές της Ε.Ε.
Πρόβλημα υπάρχει και στην αμυντική πολιτική, όπου η πολυδιάσπαση των οπλικών συστημάτων δημιουργεί προβλήματα στη διαλειτουργικότητα και δεν επιτρέπει οικονομίες κλίμακας.
Οι ΗΠΑ πιέζουν για αύξηση των αμυντικών δαπανών –απαραίτητη προϋπόθεση για να διαδραματίσει η Ευρώπη πρωταγωνιστικό ρόλο– αλλά το ζήτημα δεν είναι μόνο ποσοτικό, είναι και ποιοτικό.
Δεν είναι δυνατόν να μην μπορούν να συμφωνήσουν η Γερμανία και η Γαλλία (σε ένα ιδεατό σκηνικό και η Ιταλία και η Ισπανία, αλλά και η Βρετανία) στη συμπαραγωγή ενός μαχητικού επόμενης γενιάς.
Σε κάθε περίπτωση, η κατώτερη των περιστάσεων αντίδραση της Ε.Ε. στην παγκόσμια ανάφλεξη που βιώνουμε αποτελεί το τελευταίο ηχηρό «καμπανάκι» για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων και αλλαγών συμπεριφοράς εάν η Ευρώπη θέλει να είναι και να αντιμετωπίζεται ως πραγματικός ισχυρός παγκόσμιος παίκτης.

