Μέσα στο χάος από εικόνες που παράγει ο πόλεμος, αυτές απ’ το Ντουμπάι είναι οι πιο αλλόκοσμα «όμορφες». Πραγματικότητα τόσο πραγματική που δεν μοιάζει αληθινή. Ολόλευκες παραλίες με φοινικιές, πεντακάθαροι, περιποιημένοι δρόμοι, πισίνες και παραδίπλα αναχαίτιση drones.
Οι Αρχές του Ντουμπάι ανακοίνωσαν ότι όλα βαίνουν καλώς. Πολλοί από τους πλούσιους κατοίκους επέλεξαν να ζήσουν εκεί για την αποφυγή της φορολογίας στις πατρίδες τους και για την απόλαυση της χλιδής. Επίσης, το μέρος βασίζεται στον τουρισμό. Είναι, επομένως, κρίσιμη η συντήρηση της ιδέας του ασφαλούς προορισμού. Οι ινφλουένσερ φρόντισαν να προπαγανδίσουν την εικόνα της ομαλότητας φανερώνοντας την ιλαρότητα του «επαγγέλματός τους», αλλά και την επικράτεια της απόλυτης βλακείας όπου κατοικούν. Τι είναι; Τίποτα κακομοίρηδες, για να επηρεαστούν από τον πόλεμο;
Με φόντο πισίνες με πράσινα νερά, οι ινφλοένσερ συνέχισαν την αυτοδιαφήμιση του κατασκευασμένου βίου τους. Τράβηξαν βίντεο τον σομελιέ ν’ ανοίγει το μπουκάλι, είπαν στην υφήλιο ότι σαν το Ντουμπάι δεν έχει. «Νομίζαμε ότι ήταν πυροτεχνήματα», είπαν κάποιοι για τις επιθέσεις του Ιράν και συνέχισαν το πάρτι (We thought it was fireworks, Guardian). «Τα καθάρισαν όλα πολύ γρήγορα», είπε άλλος για τα μπάζα που δημιουργήθηκαν από χτύπημα σε κτίριο. Το «Ντουμπάι» συνοψίζει μια εποχή: εικόνα, επιφάνεια κι ευτράπελες καταστάσεις.
Μία ινφλουένσερ πόσταρε πως καταφεύγει στο υπόγειο γκαράζ του πεντάστερου φορώντας luxury brands. Αλλος μας ενημέρωσε πως νιώθει πιο ασφαλής εκεί παρά στην Ευρώπη – αναμεταδίδοντας ακροδεξιές αισχρότητες για το πόσο επικίνδυνο είναι να κυκλοφορείς με ακριβό ρολόι στο Λονδίνο. Το μήνυμα των ινφλουένσερ σε ό,τι αφορά τον πόλεμο ήταν το ίδιο όπως κάθε μέρα: εγώ, εγώ, εγώ.
Η δύναμη των εικόνων απ’ το Ντουμπάι, όμως, δεν εδράζεται μόνο στη ρηχότητα αυτών που κάνουν ζωντανή αναμετάδοση. Το δυτικό βλέμμα έχει συνηθίσει να βλέπει σωρούς από μπάζα στη Γάζα. Το δυτικό αυτί έχει συνηθίσει ν’ ακούει πως κάτι κακό συμβαίνει στον Λίβανο ή στο Κουβέιτ – χωρίς, φυσικά, να ’χουμε σαφή εικόνα της εκεί κόλασης. Οταν, όμως, βλέπουμε καπνό στο ακριβό ξενοδοχείο κι ανθρώπους με όμορφα ρούχα και τροχήλατες βαλίτσες να ψάχνουν καταφύγιο, συμπάσχουμε (δεν το λέω ειρωνικά, είναι ζήτημα εξοικείωσης, ταύτισης και χρόνων δημοσιογραφικής κάλυψης).
Μας έρχεται στον νου ο ακραίος τρόμος των τρομοκρατικών χτυπημάτων σε μέρη όπου συχνάζουμε. Το Ντουμπάι κι η Κύπρος κάνουν τη σύρραξη κοντινή – και μόνο λόγω της οικειότητας των παραγόμενων εικόνων. Αυτά, φυσικά, φανερώνουν την τύφλωσή μας όλον τον υπόλοιπο καιρό.
«Ζητώ συγγνώμη απ’ όσους με μισούν», είπε στα αντικοινωνικά δίκτυα ινφλουένσερ με τεράστιο κοινό, «το Ντουμπάι παραμένει η καλύτερη πόλη στον κόσμο». Η ρηχότητα κι η ιλαρότητα κινούνται πλάι πλάι. «Ελπίζω να σε βρει το drone» τού γράψανε, αφού στ’ αντικοινωνικά δίκτυα έχεις πλήθος επιλογών. Οταν δεν ασχολείσαι μόνο μ’ εσένα, μπορείς να ασχολείσαι με τους Αλλους που παρακολουθείς, για να μισείς και να συγκρίνεσαι.
Μπορεί το Ντουμπάι να προσελκύει άτομα που θέλουν να βρεθούν εκτός Ιστορίας. Είναι χτισμένο με άμμο, γυαλί και νερό, χωρίς παρελθόν. Ενας επίγειος παράδεισος για όσους γυρεύουν διασκεδάσεις, χαμηλή φορολογία, πολυτελή αυτοκίνητα, λεφτά. Να ζήσουν σαν μικροσκοπικοί Τραμπ θέλουν, ποιος να τους ψέξει; «Δεν θα χάσω τα ψώνια μου», είπε στον Guardian μία κάτοικος Ντουμπάι, «θα πάω στο Mall» (We Thought It Was Fireworks, Guardian). Καταναλωτική ελευθερία ή θάνατος. Ομως, η Ιστορία και η πραγματικότητα μας βρίσκουν. Πάγια στρατηγική μας για ν’ αντέξουμε; Να φτιάχνουμε και να καταναλώνουμε «αστεία βίντεο».

