Το ερώτημα είναι τεχνητό: Πού αποθηκεύεται ασφαλέστερα η μνήμη; Στα αρχεία ή στα αντικείμενα; Στο τέλος του έκτου επεισοδίου της πρόσφατης τουρκικής σειράς «Το μουσείο της αθωότητας» (Netflix), μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Ορχάν Παμούκ (του 2008), ακούγεται η φωνή του ήρωα να σχολιάζει: «Κάθε συνάντηση ανθρώπου και αντικειμένου είναι μια ιστορία». Η γόπα που έχει φυλάξει, ο νιπτήρας που έπλενε τα χέρια του, το κοράκι που εμφανίστηκε στο παράθυρο, οτιδήποτε τον περιβάλλει, συνδέεται με μια ανάμνηση, μια στιγμή, ένα γεγονός.
Το μουσείο είναι υπαρκτό, βρίσκεται στην περιοχή Çukurcuma της Κωνσταντινούπολης, πρωτολειτούργησε το 2012 και ήταν μια ιδέα του Παμούκ που γεννήθηκε παράλληλα με το μυθιστόρημά του. Είναι η ιστορία του νεαρού πλούσιου μεγαλοαστού Κεμάλ, ο οποίος ερωτεύτηκε με πάθος τη 18χρονη πανέμορφη φτωχή συγγενή του Φισούν, στην Πόλη της δεκαετίας του ’70· ένα πάθος εμμονικό, (αυτο)καταστροφικό, που διαλύει τον ίδιο, τους ανθρώπους γύρω τους, τις οικογένειές τους. Ενώνονται, χωρίζουν, ξανασυναντιούνται όταν εκείνη είναι 25. Χρόνια ολόκληρα, ο Κεμάλ μάζευε με μανία οτιδήποτε είχαν αγγίξει τα χέρια της Φισούν. Κοιτάζοντας τα αντικείμενα τη νιώθει πάντα κοντά του.
Ο επισκέπτης του μουσείου το πρώτο που αντικρίζει είναι μια τεράστια προθήκη από πλεξιγκλάς με χιλιάδες (4.213 έχουν καταμετρηθεί) αποτσίγαρα, που είχαν ακουμπήσει τα «ρόδινα χείλη» της Φισούν. Τα εκθέματα, πάνω από 1.000, είναι προσεκτικά τοποθετημένα, με τη σειρά των κεφαλαίων του βιβλίου. Μικρά δώρα, αναπτήρες, φθηνά διακοσμητικά, κουζινικά σκεύη, ένα φλοράλ φόρεμα, οτιδήποτε συνθέτει μια ταπεινή καθημερινότητα στην οποία ελάχιστη δίνουμε σημασία.
Το «Μουσείο της αθωότητας», το μυθιστόρημα του νομπελίστα συγγραφέα Ορχάν Παμούκ, και η ομότιτλη σειρά που προβάλλεται από το Νetflix, τη «θυμική μνήμη» ανασκαλεύουν, δίνοντάς της το σχήμα (για την ακρίβεια, δεκάδες σχήματα) από αντικείμενα.
Ο θεατής της σειράς (αλλά και ο αναγνώστης του βιβλίου) παρακολουθεί έναν εξαρτησιακό έρωτα εκτός ελέγχου και μια κοινωνία σε αντίστροφη πορεία: με χαραγμένα ταξικά όρια, σύνορα ανάμεσα στους ανθρώπους. Πικρό, μελό, ατμοσφαιρικό, ρετρό, με συναισθήματα που μοιάζουν και αυτά «μουσειακά», όπως και τα αντικείμενα.
Καθένας μας, με πάθη ή χωρίς, μπορεί να ανασυνθέσει ένα προσωπικό μουσείο με μικροπράγματα που περιέχουν ιστορίες σημαντικές για το αφήγημα της ζωής μας. Βοηθούν να ανακαλέσουμε όσα νομίζαμε λησμονημένα και, κάποια, με μεγάλη φροντίδα κλειδωμένα και επιχωματωμένα· απωθημένα. Οταν έρχονται στο φως κρυμμένα τεκμήρια από το παρελθόν μας, η σχέση μας με τον κόσμο αλλάζει.
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του «Περί μνήμης» ο Κωστής Παπαγιώργης συμπυκνώνει: «Μήπως ο ίδιος ο εαυτός μας κρύβεται στα βιώματά του και αδυνατεί να αναδυθεί ατόφιος και ακέραιος; Το παρόν δεν είναι αθώο. Ενίοτε αφήνει την εντύπωση πολύπειρου νοσοκόμου ο οποίος μας απομονώνει από καθετί επικίνδυνο, μας παρέχει κατευναστικά, ορθώνει προστατευτικά χωρίσματα. Αρκεί όμως μια αιφνίδια συγκίνηση για να παραδοθούμε στο βάθος του χρόνου μας, δραπετεύοντας από την περιφρουρημένη παροντικότητα. Η θυμική μνήμη είναι κάτι βαθύτερο από τον ίδιο τον άνθρωπο, άλλωστε δεν είναι συμπτωματικό ότι οι συγκινήσεις και τα αισθήματα ονομάστηκαν “πάθη”».
Το «Μουσείο της αθωότητας» αυτήν ακριβώς τη «θυμική μνήμη» ανασκαλεύει, δίνοντάς της το σχήμα (για την ακρίβεια, δεκάδες σχήματα) από αντικείμενα. Προσκαλεί σε μια περιπλάνηση στο προσωπικό μουσείο του καθενός. Αραγε, η ψηφιακή εποχή μας δεν μπορεί να ανασυνθέσει τη μνήμη με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης; Μήπως δεν είναι αναγκαίες η περισυλλογή και η συντήρηση των μικροαντικειμένων, που απαιτούν χώρο και χρόνο; Ομως, οι άλλες αισθήσεις; Η αφή, η μυρωδιά; Αναπληρώνονται; Πώς τροφοδοτούνται η ζωή και η λογοτεχνία;

