Τρεις αλήθειες για τα Τέμπη

2' 18" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Τρία χρόνια μετά τη σιδηροδρομική τραγωδία, δεν είναι πια τόσο μεγάλη η κοινωνική ένταση που συνοδεύει την ανάκλησή της. Οχι τόσο γιατί σε λίγες μέρες θα ξεκινήσει η δίκη και, λίγο ή αρκετά αργότερα, θα υπάρξουν δικαστικές αποφάσεις για τα πολιτικά πρόσωπα, όσο επειδή κορυφώσεις του συλλογικού πένθους έχουν ήδη συντελεστεί: ιστορικού μεγέθους συλλαλητήρια, απεργία πείνας μπροστά στη Βουλή, πολιτική πρωτοβουλία από την πρώην πρόεδρο του συλλόγου συγγενών θυμάτων. Και ακόμη, επειδή οι εξελίξεις είναι σε μεγάλο βαθμό προδιαγεγραμμένες: Καραμανλής και Τριαντόπουλος είτε θα απαλλαγούν είτε θα οδηγηθούν στο ειδικό δικαστήριο για πλημμέλημα, ενώ πολλοί από τους 36 κατηγορουμένους θα καταδικαστούν για σοβαρότερα αδικήματα αρκετά χρόνια μετά.

Στο μεταξύ, οι περισσότεροι (νομίζουν πως) ξέρουν. Αλλοι –οι κυβερνητικοί και οι υποστηρικτές τους σίγουρα– αυτοπροβάλλονται ως δικαιωμένοι με το επιχείρημα ότι έχουν καταρρεύσει οι θεωρίες συνωμοσίας για το παράνομο εύφλεκτο φορτίο, που τελικά δεν αποδεικνύεται ότι μεταφερόταν με την εμπορική αμαξοστοιχία. Κουνούν το δάχτυλο σε όσους μιλούσαν για ξυλόλιο και φωνάζουν ότι δεν έγινε συγκάλυψη, άρα ούτε μπάζωμα στον τόπο του δυστυχήματος, γιατί δεν υπήρχε τίποτα που έπρεπε να κουκουλωθεί.

Πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει ένα διάβημα εθνικής αυτογνωσίας μέσα από κοινές παραδοχές για τα βασικά: Τι συνέβη και γιατί, πώς θα δικαιωθούν τα θύματα, πώς δεν θα ξανασυμβεί κάτι τέτοιο ποτέ.

Απέναντί τους είναι όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η πυρόσφαιρα δεν προκλήθηκε από τα έλαια σιλικόνης, ότι γίνεται οργανωμένη προσπάθεια απόκρυψης στοιχείων, ότι η ανακριτική διαδικασία ήταν αναξιόπιστη, ότι η κυβέρνηση κινεί παρασκηνιακά τα νήματα για να προστατεύσει τους δικούς της. Φωνάζουν και αυτοί, εξίσου δυνατά, για συγκάλυψη, μπάζωμα, ελεγχόμενη Δικαιοσύνη, εμπαιγμό. Ανάμεσά τους είναι όσοι δεν πιστεύουν ούτε στο ξυλόλιο ούτε στη βούληση της κυβέρνησης για κάθαρση. Δεν θεωρούν επίορκους τους δικαστές, αλλά και δεν εμπιστεύονται απολύτως τους θεσμούς. Δεν θέλουν να δουν στη φυλακή υπουργούς, αλλά και δεν εγκρίνουν τις μεθοδεύσεις του κυβερνώντος κόμματος για να τους σώσει. Αποδοκιμάζουν την εργαλειοποίηση από δυνάμεις της αντιπολίτευσης της συλλογικής οδύνης, αλλά ζητούν αυστηρό έλεγχο της κυβέρνησης. Δεν στηρίζουν τη Μαρία Καρυστιανού ως πολιτικό, αλλά τη σέβονται για τη μαχητικότητά της στη διεκδίκηση της απόδοσης δικαιοσύνης. Ενοχλούνται με τις απόψεις της για τις αμβλώσεις, αλλά και με όσους τής αρνούνται το δικαίωμα να εμπλακεί στην πολιτική. Δεν τους αρέσει ο λαϊκισμός («βάψατε τα χέρια σας με αίμα») ούτε όμως ο κυνισμός («για τα μπάζα όσοι μιλούν για μπάζωμα – τέρμα η κλάψα»).

Ακούγονται λιγότερο γιατί δεν φωνάζουν και ίσως έχουν αναρωτηθεί πώς είναι δυνατόν, ακόμη και ύστερα από ένα τόσο καταλυτικό γεγονός, να μην υπάρχει ένα διάβημα εθνικής αυτογνωσίας μέσα από κοινές παραδοχές για τα βασικά: Τι συνέβη και γιατί, πώς θα δικαιωθούν τα θύματα, πώς δεν θα ξανασυμβεί κάτι τέτοιο ποτέ – ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξουν το πολιτικό σύστημα, οι θεσμοί, το κράτος, η χώρα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT