Το γνωρίζουμε και από την προσωπική μας ζωή: η μνήμη ουδέποτε είναι στενά ανακλητική. Οταν ανακτούμε οικογενειακά κειμήλια (σημειώσεις, επιστολές, φωτογραφίες, αντικείμενα), τα εντάσσουμε ερμηνευτικά στο πλαίσιο νοήματος και ενδιαφερόντων του παρόντος, το οποίο, με τη σειρά του, εμπεριέχει, εν σπέρματι, προσδοκίες για το μέλλον. Ακόμη και η απλή νοσταλγία λ.χ. υπογραμμίζει την απώλεια ή το κενό που βιώνουμε στο παρόν και την αδυναμία, ενδεχομένως, να νοηματοδοτήσουμε το μέλλον.
Οι ανακτηθείσες φωτογραφίες των νεαρών κομμουνιστών της Καισαριανής, καθώς αγέρωχα βαδίζουν για εκτέλεση από τους ναζί, την Πρωτομαγιά του 1944, συγκινούν και προβληματίζουν. Η συγκίνηση είναι αυθόρμητη. Μόνο ένας πωρωμένος δεν τη νιώθει. Ο προβληματισμός είναι σύνθετος. Απαιτεί (και απο-καλύπτει) ερμηνευτική προσέγγιση.
Οι εκτελεσθέντες της Καισαριανής ήταν πατριώτες κομμουνιστές. Η κομμουνιστική Αριστερά πρωτοστάτησε στην Εθνική Αντίσταση. Δεν χρειάζεται να είσαι ομοϊδεάτης για να το αναγνωρίσεις αυτό, μόνο ανοιχτόμυαλος άνθρωπος. Οι φωτογραφίες οπτικοποιούν αυτό που γνωρίζαμε από μαρτυρίες: την παλικαριά των μαχητών της Αντίστασης. Αντιμετωπίζουν θαρραλέα τον θάνατο. Πιθανότατα τραγουδούν ή απαγγέλλουν την ώρα της εκτέλεσης.
Οι φωτογραφίες αποκαλύπτουν και αποσιωπούν. Δεν μας λένε λ.χ. τίποτε για το βράδυ πριν από την εκτέλεση – «να μη γνωρίζεις ποια στιγμή ο Χάρος θα σε πάρει». Ο αείμνηστος Χρόνης Μίσσιος περιγράφει βιωματικά, στο πολυσυζητημένο βιβλίο του «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», την ψυχολογία της αναμονής. Κομμουνιστής ο ίδιος, πέρασε 21 χρόνια σε φυλακές και εξορίες, και εννιά μήνες ως μελλοθάνατος. Ξέρει για τι μιλάει.
Βήματα ακούγονται στον διάδρομο, γράφει. Ποιος θα είναι ο επόμενος; Οι στιγμές είναι βαριές, σχεδόν κατανυκτικές. Πριν φύγουν για την εκτέλεση, κάποιοι φώναζαν «γεια σας, παιδιά». Ο θάνατος αντιμετωπιζόταν ως απλό ταξίδι, χωρίς μελοδραματισμό. Αλλοι αστειεύονταν με τους δεσμοφύλακες. Το χιούμορ είναι πράξη ελευθερίας – ανυψώνει το αδύναμο μέρος. Δεν ήταν όλοι έτσι, φυσικά. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι εγγενώς ηρωική. Μερικοί έκλαιγαν τη νύχτα, αποζητώντας τη μητέρα τους. Απολύτως ανθρώπινο και κατανοητό. Οταν έπαιρναν κάποιον για εκτέλεση, οι υπόλοιποι χτυπούσαν τους τοίχους ή τραγουδούσαν. Ηθελαν να πουν «δεν είσαι μόνος». Η συλλογική αντίδραση νοηματοδοτούσε τον θάνατο.
Εμείς, το έθνος των Ελλήνων, μετά το 1982, επιτέλους χαράξαμε τη θυσία των αριστερών αντιστασιακών στη συλλογική μνήμη. Δέσμιοι των πολιτικών εξελίξεων μετά τον Εμφύλιο αργήσαμε πολύ να το κάνουμε. Σε μια πολιτεία που τιμάει τον υγιή πατριωτισμό, όχι την κούφια και γελοία εθνικοφροσύνη, η κομμουνιστική ιδεολογία πολλών μαχητών της Αντίστασης δεν θα έπρεπε να είναι το μείζον, όπως δεν ήταν το μείζον ο αντικομμουνιστικός προσανατολισμός της ηγεσίας της ΕΟΚΑ στον αντιαποικιακό αγώνα της οργάνωσης. Το μείζον είναι ο αγώνας για την πατρίδα. Αυτό μόνο μετράει.
Η κομμουνιστική ιδεολογία πολλών μαχητών της Αντίστασης δεν θα έπρεπε να είναι το μείζον. Το μείζον είναι ο αγώνας για την πατρίδα. Αυτό μόνο μετράει.
Μαντεύω τον μεροληπτικό αντίλογο. Ναι, αλλά αυτός ο αγώνας είχε και σκοτεινές όψεις. Ποιος αγώνας δεν έχει; Δεν είχε το ’21; Δεν είχε ο αγώνας της ΕΟΚΑ; Δεν είχε ο αγώνας του Νοτιοαφρικανικού ANC κατά του Απαρτχάιντ; Δεν υπάρχουν τέλειοι αγώνες. Σε ανώμαλες συνθήκες, η ανθρώπινη φύση αγριεύει. Ο ηρωισμός συνοδεύεται, ενίοτε, από εγκλήματα, με ιδεολογικά, πολιτικά ή προσωπικά κίνητρα. Αυτή η αντιφατική πολλαπλότητα δοκιμάζει την ερμηνευτική εντιμότητά μας. Πού εστιάζουμε; Τι κρατάμε; Τι καταδικάζουμε;
Ο πόλεμος είναι τομή – τίποτα δεν παραμένει το ίδιο. Στον αγώνα τους, όλες οι αντιστασιακές οργανώσεις ελαύνονταν, αναπόφευκτα, από το όραμα μιας μεταπολεμικής Ελλάδας. Για τους κομμουνιστές ήταν η ουτοπία της αταξικής κοινωνίας – πιο συγκεκριμένα, η υιοθέτηση του καθεστώτος της «λαϊκής δημοκρατίας». Το όραμα αυτό εμπεριείχε τον ολοκληρωτισμό. Σήμερα το γνωρίζουμε με βεβαιότητα. «Ευτυχώς που δεν νικήσαμε», είχε πει ο Χρόνης Μίσσιος.
Ο ηθικός πυρήνας της αντίστασης, όμως, παραμένει. Η προσωπική στράτευση σε έναν συλλογικό σκοπό εμπνέει. Η αυταπάρνηση είναι αξιοθαύμαστη, αν και δεν είναι ηθική αφ’ εαυτής (π.χ. βομβιστές αυτοκτονίας). Μετατρέπεται σε ηθική όταν υπηρετεί έναν ενάρετο συλλογικό σκοπό – λ.χ. ελευθερία και/ή ισότητα. Αν είμαστε ερμηνευτικά έντιμοι (γενναιόδωροι, για την ακρίβεια), οφείλουμε να διακρίνουμε τον ηθικό πυρήνα (θυσία για το κοινό καλό) από το πολιτικό του περίβλημα (ιδεολογία και μέσα για την προαγωγή του κοινού καλού). Η στράτευση σε οικουμενικά ιδανικά εξακολουθεί να παραδειγματίζει, όχι αναγκαστικά χάριν μιας ουτοπικής κοινωνίας, αλλά της ασίγαστης επιθυμίας για έναν καλύτερο κόσμο – πιο δίκαιο, ελεύθερο και, πλέον, βιώσιμο.
Από τον ηρωισμό των πατριωτών κομμουνιστών της Καισαριανής αξίζει και πρέπει να κρατηθεί η ηθική στάση τους, όχι απαραίτητα η ιδεολογία τους: δείχνουν αρχετυπικά τις θυσίες, μικρές και μεγάλες, που πάντα συνοδεύουν κάθε στράτευση για το κοινό καλό (σχετικά πρόσφατο παράδειγμα: η δολοφονία Ναβάλνι από το καθεστώς Πούτιν). Η διάκριση ηθικού πυρήνα και πολιτικού περιβλήματος είναι ζωτική για να διατηρήσουμε μια συμπεριληπτική πολιτική κοινότητα: να μπορούμε να διακρίνουμε τη θυσία για την πατρίδα ακόμα κι όταν διαφωνούμε με τις πολιτικές αντιλήψεις του φορέα της.
*Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

