Υπάρχουν λέξεις που δεν επιστρέφουν ποτέ αθώες. Κουβαλούν ιστορία, τραύματα και διαχωριστικές γραμμές, που έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα στις κοινωνίες. Η πρόσφατη επανεμφάνιση της λέξης «κομμουνιστής» στον ελληνικό δημόσιο λόγο, με αφορμή την ένταση στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, αλλά και τη δημόσια συζήτηση γύρω από την Καισαριανή και τη μνήμη της Αντίστασης, δεν αποτελεί απλώς λεκτική υπερβολή. Εντάσσεται σε μια μεταβολή του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται η πολιτική σύγκρουση.
Στην περίπτωση της Νίκαιας η αντιπαράθεση για το ΕΣΥ δεν περιορίστηκε σε ζητήματα χρηματοδότησης ή θεσμικών επιλογών. Μετατοπίστηκε στην κατηγοριοποίηση των ίδιων των διαμαρτυρομένων ως «κομμουνιστών». Η διαφωνία δεν παρουσιάστηκε ως θεμιτή πολιτική αντίθεση, αλλά ως έκφραση μιας ιδεολογικής ταυτότητας που υπονοείται ως προβληματική. Ετσι, η συζήτηση για τις πολιτικές επιλογές αντικαταστάθηκε από μια ταυτοτική ερμηνεία της σύγκρουσης.
Αντιστοίχως, στη συζήτηση για την Καισαριανή εμφανίστηκε, ρητά ή υπαινικτικά, το σχήμα «κομμουνιστές ή Ελληνες;», σαν να πρόκειται για ταυτότητες που αλληλοαναιρούνται. Η ίδια η διατύπωση προϋποθέτει ότι η ιδεολογική τοποθέτηση μπορεί να τίθεται σε ανταγωνισμό με την εθνική ένταξη. Οταν η πολιτική αντιπαράθεση αποκτά αυτό το περιεχόμενο, τότε δεν πρόκειται απλώς για σύγκρουση απόψεων, αλλά για αξιολόγηση της νομιμότητας του άλλου μέσα στο εθνικό σώμα.
Γιατί, όμως, επιστρέφει ειδικά ο «κομμουνιστής»; Η απάντηση δεν βρίσκεται στην ύπαρξη μιας πραγματικής κομμουνιστικής απειλής. Ο Ψυχρός Πόλεμος έχει λήξει και ο κομμουνισμός δεν αποτελεί συστημική εναλλακτική εξουσίας. Ωστόσο, ως συμβολική κατηγορία, ο όρος διατηρεί πελώριο ιστορικό φορτίο. Στην Ελλάδα συνδέθηκε με τον Εμφύλιο, με διώξεις και με το ερώτημα της εθνικής νομιμοφροσύνης. Είναι, επομένως, ένας όρος ικανός να ενεργοποιήσει μνήμες διχασμού, χωρίς να συνεπάγεται άμεσο πολιτικό ρίσκο. Δεν στοχοποιείται μια υπαρκτή επαναστατική δύναμη, αλλά στοχοποιείται ένα ιστορικό φάντασμα.
Η επανενεργοποίηση αυτού του φαντάσματος δεν είναι ελληνική ιδιομορφία. Στην Ιταλία, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι έχει υιοθετήσει έντονα αντικομμουνιστικά σχήματα λόγου ως στοιχείο πολιτικής ταυτότητας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποιεί τους χαρακτηρισμούς «communist» ή «Marxist» ως εργαλεία απαξίωσης. Αντίστοιχες τάσεις παρατηρούνται και στην Ουγγαρία του Βίκτορ Ορμπαν. Ο κοινός παρονομαστής είναι η πολιτική οικοδόμησης ταυτότητας μέσω εχθρού. Οταν η κοινωνική σύγκρουση βαθαίνει και οι θεσμοί αντιμετωπίζουν δυσπιστία, η επίκληση ενός ιστορικά φορτισμένου αντιπάλου λειτουργεί ως εργαλείο συσπείρωσης.
Η κατασκευή ενός «εσωτερικού εχθρού» μετατρέπει την πολιτική σύγκρουση σε υπαρξιακή αντιπαράθεση. Παράγει έναν διαχωρισμό μεταξύ «εμείς» και «εκείνοι» και προσφέρει βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη μέσω της πόλωσης. Το κόστος, όμως, είναι η συρρίκνωση του δημοκρατικού πλουραλισμού.
Η μεταπολιτευτική περίοδος επιχείρησε να υπερβεί αυτή τη λογική. Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και η πλήρης ένταξη της Αριστεράς στο θεσμικό πλαίσιο σηματοδότησαν την απομάκρυνση από το σχήμα του «εσωτερικού εχθρού». Η ιδεολογική διαφορά αντιμετωπίστηκε ως στοιχείο της δημοκρατικής πολυφωνίας.
Σήμερα, όταν ιστορικά φορτισμένες κατηγοριοποιήσεις επανεντάσσονται στον λόγο της θεσμικής διακυβέρνησης, το πλαίσιο του κοινωνικά αποδεκτού μετακινείται. Η μετατόπιση είναι σταδιακή και γι’ αυτό δυσδιάκριτη. Ωστόσο, όταν η πολιτική διαφωνία μετατρέπεται σε ζήτημα ταυτότητας και ηθικής νομιμότητας, η δημοκρατία δοκιμάζεται.
Η δημοκρατία αντλεί δύναμη από τη σύγκρουση επιχειρημάτων και από την αμοιβαία αναγνώριση των αντιπάλων ως ισότιμων φορέων πολιτικής νομιμότητας. Αποδυναμώνεται όταν ο αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως θεμιτός συνομιλητής και αρχίζει να παρουσιάζεται ως πρόβλημα προς απομόνωση. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με τη συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία διχασμών και ιδεολογικών αποκλεισμών, η επιστροφή τέτοιων σχημάτων δεν αφορά απλώς μια λέξη του παρελθόντος. Υποδηλώνει μια μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο ορίζεται το ίδιο το όριο της πολιτικής κοινότητας. Αν αυτή η μετατόπιση παγιωθεί, η δημοκρατία θα μετακινηθεί από ένα μοντέλο πλουραλιστικής ενσωμάτωσης σε ένα μοντέλο πλειοψηφικής κανονικότητας, όπου η διαφωνία θα παραμένει θεσμικά επιτρεπτή, αλλά η ουσιαστική της νομιμοποίηση θα εξαρτάται από τη συμμόρφωσή της σε μια άτυπη εθνική ορθότητα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η πλειοψηφία δεν θα περιορίζεται στην άσκηση της διακυβέρνησης αλλά θα διεκδικεί και τον ορισμό του ποιος αναγνωρίζεται ως πλήρες και ισότιμο μέλος της πολιτικής κοινότητας. Και όταν η ισοτιμία της αναγνώρισης αρχίζει να αμφισβητείται, η δημοκρατία μπορεί να παραμένει διαδικαστικά λειτουργική, αλλά σταδιακά απομακρύνεται από τον ουσιαστικό της πυρήνα, προσεγγίζοντας ιστορικά μοντέλα επιλεκτικής πολιτικής ένταξης όπου η νομιμοφροσύνη προϋπέθετε ιδεολογική ταύτιση.
*Η κ. Βέρα Τίκα είναι επιστημονική συνεργάτις του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών του Παντείου Πανεπιστημίου, εμπειρογνώμων ζητημάτων δημοκρατίας και ακροδεξιάς ριζοσπαστικοποίησης.

