Η ολοκλήρωση του νέου κύκλου υποβολής αιτήσεων αδειοδότησης μη κρατικών πανεπιστημίων για το ακαδημαϊκό έτος 2026-2027 στην Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) επαναφέρει την ανώτατη εκπαίδευση στη συζήτηση.
Σε ώριμα συστήματα εκπαίδευσης, η συνύπαρξη δημόσιων και ιδιωτικών ιδρυμάτων λειτουργεί συμπληρωματικά, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται το ρυθμιστικό πλαίσιο. Τα κορυφαία διεθνή πανεπιστήμια αποτελούν μέρος οργανωμένων ακαδημαϊκών οικοσυστημάτων που λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Στην ευρύτερη περιοχή της Βοστώνης, των ιδιωτικών Χάρβαρντ και ΜΙΤ και του δημοσίου Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης, λειτουργούν περισσότερα από 40 πανεπιστήμια και κολέγια. Αντιστοίχως, το Γέιλ δεσπόζει στην πόλη Νιου Χέιβεν του Κονέκτικατ, όπου υπάρχουν άλλα πέντε ιδρύματα. Ενα τέτοιο οικοσύστημα επιτρέπει τον υγιή επιστημονικό ανταγωνισμό, διευρύνει τις επιλογές και την κινητικότητα φοιτητών και προσωπικού και ευνοεί διαπανεπιστημιακές συνεργασίες.
Στην Ελλάδα υπήρχε η λανθασμένη προσδοκία ότι κορυφαία πανεπιστήμια του εξωτερικού θα έσπευδαν να ιδρύσουν παραρτήματα. Ομως, πανεπιστήμια όπως αυτά της Οξφόρδης, του Κέμπριτζ, το Χάρβαρντ και το Γέιλ δεν είναι απλώς «εκπαιδευτικοί πάροχοι» που απονέμουν πτυχία. Είναι καθοριστικοί φορείς καινοτόμου έρευνας, τεχνολογικής μεταφοράς, επιχειρηματικής ανάπτυξης και διασύνδεσης με τη βιομηχανία, προσέλκυσης επενδυτικών κεφαλαίων και ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών. Το οικονομικό αποτύπωμά τους υπερβαίνει τα έσοδα από δίδακτρα και την αγορά ενοικίων και εστίασης. Για να εγκατασταθούν σε μια άλλη χώρα θα αξιολογήσουν αν υπάρχει συνέπεια στη χρηματοδότηση έρευνας, δυνατότητα μεταφοράς τεχνολογίας και προοπτική πρωτοπορίας σε κάποιον κλάδο της οικονομίας. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει κάνει θετικά αλλά μικρά βήματα σε αυτούς τους τομείς σε σύγκριση με άλλες χώρες αναλόγου πληθυσμιακού και οικονομικού μεγέθους που έχουν κάνει άλματα.
Είχε επίσης καλλιεργηθεί η ελπίδα πως τα νέα ιδρύματα θα γίνουν αμέσως τα καλύτερα πανεπιστήμια της χώρας. Τέτοιες προσδοκίες αγνοούν τη διεθνή εμπειρία που δείχνει ότι η ακαδημαϊκή φήμη και η αριστεία στη διδασκαλία και την έρευνα οικοδομούνται με συστηματική μακροχρόνια επένδυση δεκαετιών ή αιώνων σε ανθρώπινο κεφάλαιο και υποδομές. Το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ιδρύθηκε το 1096, το Χάρβαρντ το 1636, το Γέιλ το 1701 και το ΜΙΤ το 1861. Επιπλέον, η ποιότητα των υποψηφίων φοιτητών τους είναι ανάλογη της φήμης τους. Δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι μολονότι αυτά τα πανεπιστήμια επιλέγουν τους καλύτερους μεταξύ υποψηφίων από ολόκληρο τον κόσμο, 55%-75% των φοιτητών τους προέρχονται από τον εγχώριο μαθητικό πληθυσμό. Στην Ελλάδα και στις γειτονικές χώρες, παρά τη μικρή μερίδα μαθητών που αριστεύουν και εισάγονται σε καλά ελληνικά ή ξένα πανεπιστήμια –όταν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα–, η μέση επίδοση μαθητών συνεχώς χειροτερεύει. Στην αξιολόγηση PISA η Ελλάδα βρίσκεται στις χαμηλότερες θέσεις της Ε.Ε. μαζί με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Χωρίς ενίσχυση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η εγχώρια κρίσιμη μάζα αριστείας θα συνεχίσει να φθίνει, αδυνατώντας να γίνει πόλος έλξης για ανταγωνιστικά ιδρύματα.
Για να γίνει το άνοιγμα της ανώτατης εκπαίδευσης ευκαιρία προόδου, η χώρα πρέπει να το αξιοποιήσει ως μοχλό ανάπτυξης σε τομείς όπου μπορεί να πρωταγωνιστήσει και όχι σαν ανούσιο μηχανισμό εγχώριας παραγωγής επιπλέον πτυχιούχων. Η τεχνολογική επανάσταση έχει δημιουργήσει νέα επαγγέλματα και νέες δεξιότητες για τα υπάρχοντα. Τα υποψήφια νέα πανεπιστήμια χρειάζεται να αποδείξουν ότι ο σχεδιασμός των προγραμμάτων τους καλύπτει τις σύγχρονες ανάγκες. Ταυτόχρονα, η πολιτεία χρειάζεται 20ετές εθνικό σχέδιο για την ανάπτυξη του επιστημονικού και εργατικού δυναμικού της έπειτα από ενδελεχή χαρτογράφηση των αναγκών της χώρας. Αν δεν γίνουν αυτά, η ΕΘΑΑΕ θα αξιολογεί αιτήσεις τμημάτων που θα στοχεύουν αποκλειστικά να «χορτάσουν» τα οικογενειακά όνειρα προηγούμενων δεκαετιών να δουν τα παιδιά τους σε τελετές αποφοίτησης ιατρικών και νομικών σχολών, αγνοώντας ότι η αποφοίτηση δεν εξασφαλίζει και την απαιτούμενη ανταγωνιστικότητα στον επαγγελματικό στίβο.
*Ο κ. Κωνσταντίνος Γ. Δροσάτος είναι καθηγητής της Ιατρικής Σχολής, University of Cincinnati, ΗΠΑ, πρόεδρος του Ινστιτούτου ARISTEiA, ΗΠΑ, γεν. γραμματέας της ΑΜΚΕ Κόμβος.

