Στην έκθεσή του με θέμα «Εξεγέρσεις», ο Γάλλος φιλόσοφος Ζορζ Ντίντι-Υμπερμάν είχε μια ενότητα με τον τίτλο «Πεθαίνοντας από την αδικία». Τοποθετούσε δίπλα δίπλα εμβληματικές στιγμές εκτελέσεων και θανάτων, που αποτύπωσε ο φωτογραφικός φακός στην πάροδο του χρόνου: τους σκοτωμένους κομμουνάρους του 1871 μέσα στα μικρά, ανοιχτά φέρετρά τους· κρεμασμένα κουφάρια σε στρατόπεδο του Τρανσβάαλ το 1901· εκτελεσμένους χωρικούς και τον Φορτίνο Σαμάνο να καπνίζει (και να σκέφτεται) μπροστά στο απόσπασμα στη διάρκεια της Μεξικανικής Επανάστασης το 1913· έναν δολοφονημένο απεργό εργάτη στο Παρίσι του 1934· αλλά και τις φωτογραφίες του Κέσελ από το αιματοβαμμένο συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου του ’44 στο Σύνταγμα. Δεν τις παρουσίαζε ως «ίδιες» ιστορίες, αλλά τις έβαζε να συνομιλήσουν για να δείξει ότι η εκτέλεση –οργανωμένη ή μη– δεν είναι απλώς ένα γεγονός, αλλά μια σκηνή όπου ο θάνατος αποτυπώνεται σε μορφές, στάσεις, βλέμματα, και όπου η αδικία αφήνει ένα βαθύ ίχνος στον χρόνο.
Αυτό το ίχνος ήρθε σχεδόν αυτομάτως στο μυαλό μου, μετά το αρχικό μούδιασμα που ένιωσα μπροστά στις φωτογραφίες της Καισαριανής που αναδύθηκαν πρόσφατα, σαν να άνοιξε απότομα μια υπόγεια θύρα του χρόνου. Οταν εμφανίζεται ξαφνικά ένα τέτοιο συγκλονιστικό τεκμήριο, όπου το παρελθόν επιστρέφει ως αναλαμπή, οφείλουμε πρώτα να το αφουγκραστούμε. Τι μας «λένε» αυτοί οι μελλοθάνατοι που βαδίζουν προς τον θάνατο ευθυτενείς, αποφασισμένοι, τραγουδώντας και με ακλόνητη την πίστη στα συλλογικά ιδανικά τους; Πολλοί συγκινήθηκαν με την υψωμένη γροθιά, διεκδικώντας παράλληλα το μονοπώλιο ενός αγέρωχου παρελθόντος· άλλοι πάλι θεώρησαν ύποπτη αυτήν ακριβώς τη συγκίνηση και αντιπρότειναν μια ψυχρή, «αντικειμενική» ματιά, που αναζητά απόδοση ιστορικών ευθυνών, αντί για απόδοση τιμών. Από ντοκουμέντα και εργαλεία μνήμης, οι φωτογραφίες μετατράπηκαν μονομιάς σε πεδίο μάχης, όπου οι μεταγενέστερες συγκρούσεις (και ατζέντες) διεκδικούν προτεραιότητα ακόμη και πάνω στο ίδιο το γεγονός.
Ενα γεγονός είναι σαφές, ωμό και μη διαπραγματεύσιμο: ότι οι άνδρες της Καισαριανής, κομμουνιστές στη συντριπτική πλειονότητά τους, εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς, στο πλαίσιο βάρβαρων αντιποίνων. Και όμως, στη δημόσια συζήτηση, οι εκτελεστές υποχώρησαν γρήγορα στο βάθος και στο προσκήνιο βρέθηκαν μόνον οι εκτελεσμένοι. Ως τι πρέπει να τους μνημονεύουμε; Ως κομμουνιστές; Ως πατριώτες; Μπορούσαν να είναι και τα δύο; Σαφώς οι άνθρωποι αυτοί δεν πέθαναν αφηρημένα, αλλά ως φορείς πεποιθήσεων και έχοντας ζήσει στο πετσί τους μακροχρόνιες διώξεις στον βωμό της ιδεολογικής τους ένταξης. Ομως έχει μεγαλύτερο βάρος η ταυτότητα αυτή καθαυτή ή η ίδια η πράξη της εκτέλεσης;
Ο φακός που τους κατέγραψε ήταν επίσης γερμανικός – και έχουν χυθεί τόνοι μελάνι για το βλέμμα του θύτη, κυρίως στα στρατόπεδα εξόντωσης. Τι σημαίνει να «αιχμαλωτίζεις» τη στιγμή λίγο πριν από τον θάνατο των θυμάτων σου, καδράροντάς τους; Είναι γνωστές οι σχεδόν απόκοσμες φωτογραφίες των σοβιετικών (υποτιθέμενων) αντιφρονούντων λίγο πριν από το ικρίωμα την εποχή του Μεγάλου Τρόμου. Σε άλλες περιπτώσεις της ίδιας περιόδου με την Καισαριανή, όπως στις φωτογραφίες εκτελεσμένων Γάλλων αντιστασιακών στο Μον-Βαλεριέν, είχε ανακύψει το ερώτημα εάν οι εικόνες «βιάζουν» τους εικονιζόμενους, αφαιρώντας τη σιωπή τους. Το ίδιο ερώτημα επιστρέφει εδώ – μαζί με το αντίστροφό του: Μήπως ακριβώς αυτή η έκθεση αποκαθιστά, αντιθέτως, την αξιοπρέπεια, την ατομικότητα και την παρουσία τους;
Οι φωτογραφίες της Καισαριανής είναι μια άσκηση συλλογικής αυτογνωσίας. Μας φέρνουν αντιμέτωπους με τον τρόπο που διαχειριζόμαστε το παρελθόν: με την ευκολία με την οποία μετατρέπουμε το τεκμήριο σε όπλο και το τραύμα σε επιχείρημα.
Στην Ισπανία, η διαμάχη γύρω από την αυθεντικότητα ή μη της εμβληματικής φωτογραφίας ενός πεσόντος δημοκράτη οπλίτη που απαθανάτισε ο Ρόμπερτ Κάπα δεν αφορούσε μόνο το αν η εικόνα ήταν αυθόρμητη ή σκηνοθετημένη. Αφορούσε το ποιος δικαιούται να ορίσει το νόημα του θανάτου στον εμφύλιο. Εάν όμως στην ισπανική περίπτωση αυτή η συζήτηση ενεργοποιεί το ανεπιθύμητο εμφύλιο παρελθόν, στην περίπτωση της Καισαριανής, αντιθέτως, το πρωταρχικό ζητούμενο δεν είναι η υποβόσκουσα ή εν εξελίξει εμφύλια σύγκρουση τον Μάιο του 1944. Είναι η καταγραφή μιας αμείλικτης σχέσης εξουσίας: από τη μία τα όπλα της Κατοχής και από την άλλη άνθρωποι που στέκονται, άοπλοι, μπροστά τους. Δεν μπορεί ο εμφύλιος να λειτουργεί σαν φίλτρο που επιχρωματίζει εκ των υστέρων τα πάντα, σαν να χρειάζεται κάθε γεγονός να ενταχθεί σε ένα μεταγενέστερο στρατόπεδο για να αποκτήσει νόημα – καταλήγοντας να διαβάζουμε τα πάντα ανάποδα. Γιατί, με αυτά και με αυτά, οι Γερμανοί κατακτητές μοιάζουν να παίζουν τον ρόλο κομπάρσου. Ούτε και βαρύνονται οι μελλοθάνατοι με τη «μαύρη βίβλο» του κομμουνισμού· γιατί, στην τελική, αυτό αποτελεί εκ των υστέρων ενοχοποίηση των ίδιων των θυμάτων. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οφείλουμε να τους αγιοποιήσουμε, ούτε να μετατρέψουμε τους νεκρούς σε άψογες, αποστειρωμένες μορφές ενός εθνικού εικονοστασίου. Η αγιοποίηση άλλωστε είναι μία ακόμη μορφή σιωπής που τους αφαιρεί την ανθρώπινη διάσταση, καθιστώντας τους εύκολα εργαλειοποιήσιμα σύμβολα.
«Ούτε και οι νεκροί δεν θα είναι ασφαλείς», έλεγε σε εκείνη την ανατριχιαστική φράση ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, «εάν ο εχθρός νικήσει». Δεν είναι όμως ασφαλείς ούτε όταν τους αποδίδουμε κίνητρα που δεν γνωρίζουμε· όταν τους εντάσσουμε σε υποθετικά σενάρια (τι θα έκαναν και πώς θα τοποθετούνταν εάν είχαν επιζήσει) ή όταν τους μετατρέπουμε σε αποδεικτικά πιόνια μιας προπαρασκευασμένης θέσης, υποτάσσοντάς τους στις δικές μας βεβαιότητες. Οι φωτογραφίες της Καισαριανής είναι μια άσκηση συλλογικής αυτογνωσίας. Μας φέρνουν αντιμέτωπους όχι μόνο με το παρελθόν, αλλά με τον τρόπο που το διαχειριζόμαστε: με την ευκολία με την οποία μετατρέπουμε το τεκμήριο σε όπλο και το τραύμα σε επιχείρημα. Ας δεχτούμε ότι δεν γνωρίζουμε τις τελευταίες σκέψεις των Διακοσίων και ότι δεν μπορούμε να ανακατασκευάσουμε πλήρως την «εμπρόθετη δράση» τους. Ισως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι νεκροί αυτοί μπορούν να μας «μιλήσουν», αλλά αν εμείς μπορούμε να σωπάσουμε και να αναστοχαστούμε· για να μη διαπράξουμε μία ακόμη αδικία εις βάρος τους.
*Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

