Η στάση της κυβέρνησης απέναντι στις υποκλοπές θύμιζε εξαρχής τη στάση που κρατάει ένας παραδοσιακός καναλάρχης σε σχέση με το τηλεοπτικό του πρόγραμμα: Αρέσει ένα θέμα στο κοινό; Να το «παίξουμε». Δεν αρέσει και τόσο; Να το βάλουμε στο συρτάρι, να «παίξουμε» κάτι πιο εμπορικό· ας μην κολλάμε στα μίζερα θέματα που «τραβάνε» μόνο τα ειδικά κοινά. Πράγματι, αν εξετάσει κανείς την υπόθεση μέσα από ένα τέτοιας ποιότητας πολιτικό πρίσμα, δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα. Οι υποκλοπές δεν έφεραν την κυβέρνηση στη δύσκολη θέση που θα έπρεπε να τη φέρουν, γιατί δεν ερέθισαν τα «σκανδαλοθηρικά» αντανακλαστικά του κόσμου όπως τα ερέθισαν τα Τέμπη ή το σκάνδαλο των αγροτικών επιδοτήσεων. Οι λόγοι ποικίλλουν: Οι υποκλοπές δεν έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή ή την τσέπη των πολιτών, δεν επηρέασαν δηλαδή την καθημερινότητά τους. Εφόσον μάλιστα αφορούν πολιτικά πρόσωπα, για τα δικαιώματα των οποίων οι πολίτες δεν κόπτονται ιδιαίτερα, πολλοί είδαν την κραυγαλέα παρανομία ως ένα είδος τιμωρίας· στο μυαλό της πλειοψηφίας, άλλωστε, οι πολιτικοί αξίζουν ο ένας τον άλλο και όλοι μαζί αξίζουν τα χειρότερα. Επιπλέον, οι παρακολουθήσεις ως φαινόμενο μοιάζουν κινηματογραφικές αλλά κι αναμενόμενες, κι ώς ένα βαθμό επιβεβαιώνουν τη στερεότυπη άποψη πολλών για την πολιτική: είναι βρώμικο παιχνίδι, τι να κάνουμε;
Ασυγκινησία
Η καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου εις βάρος τεσσάρων ιδιωτών για την υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων προκάλεσε δικαίως έντονη συγκίνηση στην αντιπολίτευση, αλλά άφησε την κυβέρνηση παγερά αδιάφορη. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια μέρα που εκδόθηκε η απόφαση, ο πρωθυπουργός επέλεξε να κάνει στα κοινωνικά του δίκτυα μια χιουμοριστική ανάρτηση για τα αγαπημένα του ντολμαδάκια. Η αποστασιοποίηση από τον ελέφαντα στο δωμάτιο δεν είναι μόνο πράξη αλαζονείας, αλλά και αυτοσυντήρησης. Η στρατηγική της κυβέρνησης βασίστηκε από την αρχή στη διάκριση μεταξύ «νόμιμων επισυνδέσεων» και παράνομων παρακολουθήσεων. Ο πρωθυπουργός πιστεύει επομένως ότι η επίμαχη δίκη δεν τον αφορά, ότι οι ιδιώτες που καταδικάστηκαν δεν έχουν σχέση με την κυβέρνησή του, ότι άλλο πράγμα είναι το κράτος που κρυφακούει για λόγους εθνικής ασφάλειας και άλλο το Predator. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα στο σκεπτικό αυτό: Αν η κυβέρνηση δεν έχει όντως καμία εμπλοκή στις παράνομες παρακολουθήσεις, αυτός δεν είναι λόγος να σιωπήσει, αλλά να μιλήσει για το θέμα: να κατακεραυνώσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των πολιτών, να αναδείξει τους κινδύνους που εγκυμονεί για τις πιο νευραλγικές λειτουργίες της δημοκρατίας η παρακολούθηση πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων, να εκφράσει την ανησυχία της για την έκνομη δραστηριότητα ιδιωτικών επιχειρήσεων και να διαβεβαιώσει τους πολίτες ότι θα τους προστατεύσει από αυτήν.
Το αντίθετο αποτέλεσμα
Η κυβερνητική σιγή που διαδέχθηκε την καταδικαστική απόφαση δεν αποκρύπτει, αλλά φωταγωγεί την αμηχανία της κυβέρνησης. Μαρτυρά ότι το Μαξίμου σκέφτεται ό,τι κι εμείς: λίγο παράξενο οι στόχοι των παράνομων παρακολουθήσεων να συμπίπτουν εν μέρει με τους στόχους των νόμιμων· ελαφρώς ύποπτο τέσσερις ιδιώτες να αποφάσισαν από μόνοι τους να παρακολουθήσουν χωρίς λόγο όσους παρακολούθησαν· κάπως αξιοπερίεργο οι καταδικασθέντες να σχετίζονται κοινωνικά με μέλη ή φίλους τής κατά τ’ άλλα αμέτοχης κυβέρνησης. Τα άβολα ερωτήματα που η κυβέρνηση αφήνει επιμελώς αναπάντητα γίνονται γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ακόμα πιο άβολα. Σιγά, το κοινό ακόμη αδιαφορεί, σκέφτεται η κυβέρνηση-καναλάρχης. Δεν ασκεί πίεση, δεν κλείνει δρόμους και πλατείες, δεν δημιουργεί κινήματα. Η επιλογή, ωστόσο, της κυβέρνησης να ανταποκρίνεται μόνο σε ό,τι την πλήττει άμεσα, απλώς ενισχύει το κεφάλαιο όσων θα την πλήξουν εν καιρώ. Η ιστορία του δυστυχήματος των Τεμπών θα έπρεπε να έχει λειτουργήσει διδακτικά: είναι προτιμότερο να είσαι ειλικρινής από επιλογή, από το να σε αναγκάσουν οι συνθήκες να γίνεις όταν πια δεν έχει νόημα. Είναι και κάτι ακόμα: το «κοινό» μπορεί να μην παρακολουθεί ένα θέμα από την αρχή, αλλά να πέσει με τα μούτρα σ’ αυτό όταν μυρίσει αίμα.

