«Οι νεκροί αδιαφορούν πλήρως για τους ζωντανούς: αδιαφορούν για τους θύτες, αδιαφορούν για τους αυτόπτες μάρτυρες – αδιαφορούν για εμάς», γράφει στο τέλος του βιβλίου της «Αντιμέτωποι με τον πόνο των άλλων» (μτφρ.: Χριστίνα Παπαδοπούλου, εκδ. Gutenberg, 2025) η Αμερικανίδα συγγραφέας Σούζαν Σόνταγκ (1931-2004).
Και συνεχίζει: «Γιατί να ζητήσουν την προσοχή μας; Μήπως θα είχαν κάτι να μας πουν; “Εμείς” –αυτό το “εμείς” περιλαμβάνει όσους ουδέποτε βίωσαν καταστάσεις αντίστοιχες με αυτές που έζησαν εκείνοι– αδυνατούμε να καταλάβουμε. Αδυνατούμε να το συλλάβουμε. Δεν μπορούμε με τίποτα να φανταστούμε τα όσα έζησαν. Δεν μπορούμε να φανταστούμε πόσο φρικτός, πόσο τρομακτικός είναι ο πόλεμος· και πόσο συνηθισμένος γίνεται. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε, δεν μπορούμε να φανταστούμε».
Οχι, δεν μπορούμε ούτε να καταλάβουμε ούτε να φανταστούμε. Και μπορεί η Σόνταγκ να αναφέρεται στην ακραία συνθήκη ενός πολέμου, αλλά εδώ μιλώ συνολικά για την ατμόσφαιρα, την αύρα, το πνεύμα μιας άλλης εποχής, εν προκειμένω –και με αφορμή πάντοτε τις φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής– της δεκαετίας του 1940.
Να ξεκαθαρίσω προκαταβολικά ότι αυτό το «δεν μπορούμε να καταλάβουμε εκείνη την εποχή» δεν συνιστά διόλου εξωραϊσμό του παρελθόντος. Η δεκαετία του ’40 ήταν φρικτή και στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει κάτι να νοσταλγήσεις από μια τέτοια εποχή θανάτου και κτηνωδιών.
Το γεγονός παραμένει όμως: μολονότι εμείς σήμερα ζούμε σε μια εποχή ασύλληπτου ορυμαγδού πληροφορίας, εικόνων, τεκμηρίων, ΔΕΝ μπορούμε να καταλάβουμε επί της ουσίας το πνεύμα εκείνης της εποχής.
Κοιτάμε σήμερα τα πρόσωπα των μελλοθανάτων στην Καισαριανή, κοιτάμε την ευθυτενή στάση ορισμένων όταν στήνονται στον τοίχο, κοιτάμε πώς δύο εξ αυτών υψώνουν τις γροθιές τους και μένουμε άναυδοι με το αγέρωχο της στάσης τους απέναντι στον θάνατο. Και δικαίως. Καλό ωστόσο είναι να θυμόμαστε ότι την περίοδο εκείνη οι άνθρωποι ήταν «ψημένοι» στον θάνατο, στον πόλεμο. Πόσο μάλλον οι συγκεκριμένοι κομμουνιστές, που ήταν φυλακισμένοι κάμποσα χρόνια, διωκόμενοι, βασανισμένοι κτλ.
Θυμάμαι κάποτε ηχογραφούσα έναν βετεράνο της Αεροπορίας από τον Β΄ Παγκόσμιο και τον Εμφύλιο, και όταν σχολίασα «ταλαιπωρίες που περάσατε όμως», με κοίταξε περίεργα. «Τι εννοείτε;» με ρώτησε απορημένος, «δεν μας πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό αυτό που μου λέτε τώρα». Ουσιαστικά, μέσα από αυτή την ιδιωτική κουβέντα βρέθηκαν αντιμέτωποι δύο ξένοι μεταξύ τους χρόνοι. Μιλούσαμε άλλη γλώσσα, εκείνος κι εγώ. Προσπαθούσα να τον φτάσω, αλλά το χάσμα παρέμενε.
Ας αναλογιστούμε ακόμα, ότι το πνεύμα της κοινότητας στη χώρα τότε ήταν κυρίαρχο, ισοπεδωτικό θα έλεγα. Αυτό βοηθάει σε μια στιγμή τέτοιας κρίσης, όπως στην Καισαριανή του 1944. Το άτομο υποκύπτει στο θέλημα της κοινότητας, πόσο δε μάλλον όταν μιλάμε για δοκιμασμένους κομμουνιστές.
Δεν τα λέμε αυτά για να μειώσουμε τα τραγικά αυτά πρόσωπα. Κάθε άλλο. Τα λέμε για να θυμηθούμε ότι, όσο κι αν μαθαίνουμε κάτι από το παρελθόν, παραμένει μια ξένη, άγνωστη χώρα.

