Συνεχίζω και σήμερα την αφήγηση του εκπαιδευτικού που παραιτήθηκε γιατί δεν μπορούσε να αντέξει την πίεση. Τα προηγούμενα δύο κείμενά μου είχαν τεράστια απήχηση, γιατί αποκαλύπτουν μια εξαιρετικά επικίνδυνη πραγματικότητα.
Τελικά, ήρθε μαζί μου ένας μαθητής στην αίθουσα καθηγητών, έγραψε αυτός στο απουσιολόγιο ποιοι έλειπαν (έτσι κι αλλιώς όταν φωναζα τα ονόματα μιας και δεν τους ήξερα, μου λέγαν ό,τι ήθελαν, βάζαν άλλους μέσα στη θέση άλλων κ.λπ.), 3 άτομα δηλαδή, που δεν είχαν εμφανισθεί στο σχολείο καθόλου και μου λέει, «υπέγραψε εδώ και τελείωσες». «Καλά», είπα εγώ, αλλά δεν υπέγραψα διότι τη Δευτέρα στις 17/10/2022 το μάθημα της χημείας στο τμήμα Β΄ πληροφορικής όχι μόνο δεν έγινε, αλλά αντί αυτού πραγματοποιήθηκε ένας 45λεπτος διαρκής εκφοβισμός μου με απειλές για την περιουσία και τη σωματική ακεραιότητά μου και συνεχείς προσβολές και ύβρεις, ώστε να μου γίνει ξεκάθαρο πως τα καθήκοντά μου είναι: «Μπες, κάτσε, βούλωστο, μη βάζεις απουσίες και μην τολμήσεις να κόψεις κανέναν».
Αυτά που περιγράφω στο συγκεκριμένο τμήμα τα βιώνουν όλοι οι συνάδελφοι, αν και σε μένα μπορεί να υπερέβαλαν επειδή είμαι καινούργιος, ψηλός και κυρίως επειδή έδειξα «ευθαρσώς» την πρόθεσή μου να κάνω μάθημα. Ομως οι εκφοβισμοί, η ταπείνωση και ο εξευτελισμός είναι καθημερινότητα για όλους τους εκπαιδευτικούς εκεί μέσα. Ορια δεν υπάρχουν και μάθημα δεν γίνεται ποτέ σε συγκεκριμένα τμήματα.
Στην πραγματικά φιλική παρότρυνση κάποιων συναδέλφων, αλλά και του διευθυντή εκπαιδευτικών θεμάτων, για «υπομονή» με την αιτιολόγηση πως αυτά είναι «σημεία των καιρών και της κοινωνίας», πως «ΕΠΑΛ είμαστε», πως «έτσι είναι όλα τα ΕΠΑΛ στην Ελλάδα», δεν συμφωνώ.
Το ότι είναι μια συνήθης κατάσταση δεν σημαίνει πως είναι μια φυσιολογική κατάσταση και σίγουρα δεν μπορεί να είναι αποδεκτή.
Το να επικαλούμαστε τους «καιρούς» καταργεί καταρχήν την ίδια την ουσία της εκπαίδευσης και ακόμα κι αν συνηθίσω στον διεβδομαδιαίο αυτό «βιασμό» δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να γίνω συνένοχος στην παραγωγή εγκληματιών.
Διότι αυτό συμβαίνει.
Οι ανήλικοι αυτοί μαθαίνουν πως μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν με τη μέθοδο του ομαδικού «συμμοριτικού» τσαμπουκά.
Παρακάμπτουν όρια και επιβάλλουν κανόνες.
Δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον το οποίο τελικά, μην μπορώντας να τις χαλιναγωγήσει, τους περνάει το λάθος μήνυμα, λειτουργώντας έτσι ως φυτώριο παραβατικότητας και αλλοτρίωσης. Ο τρόπος με τον οποίο καλλιεργείται ο φασισμός στα σχολεία είναι κυρίως μέσα από την ανοχή στον εκφοβισμό.
Οι μαθητές, εν αντιθέσει με την εκπαιδευτική κοινότητα, επιδεικνύουν ουσιαστική αλληλεγγύη μεταξύ τους, αν και συχνά υπό καθεστώς φόβου (πρόκειται δηλαδή για συγκάλυψη), οργάνωση και αμεσότητα στις αντιδράσεις. Εχουν άφθονο χρόνο και μειωμένους ηθικούς φραγμούς που τους καθιστούν, τουλάχιστον μερικούς από αυτούς, αδίστακτους και άρα αποτελεσματικότατους.
Κυρίως όμως ό,τι κάνουν γίνεται με την ανοχή του νόμου και της κοινωνίας και αυτό το ξέρουν πολύ καλά. Εκμεταλλεύονται τις περιστάσεις στο έπακρο. ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΝΟΥΝ.
Οι εκπαιδευτικοί, αν και θεωρητικά δρουν σε ένα πλαίσιο ως δημόσιοι λειτουργοί, στην πράξη, στα δύσκολα, είναι εντελώς μόνοι. Ποιος θα σε αποζημιώσει για τα σχισμένα σου λάστιχα ή το καμένο σου αυτοκίνητο; Για τα τραύματά σου από τις αυτοσχέδιες «βόμβες» με αλουμινόχαρτο και υδροχλωρικό οξύ; Αν σε συκοφαντήσουν; Αν σου ετοιμάσουν κάποια «κατάσταση» εξωθώντας σε σε μη αποδεκτή κοινωνικά αντίδραση, ενώ σε βιντεοσκοπούν, αν στη «στήσουν» με λίγα λόγια; Πού θα βρεις το δίκιο σου;
Ιδιαίτερα αν είσαι αναπληρωτής, είσαι παντελώς ακάλυπτος. Πιο εύκολα διώχνεται αναπληρωτής από τη δουλειά του (και μάλιστα για πάντα) σε περίπτωση που «στραβοπατήσει» παρά αδέσποτο σκυλί από ταβέρνα. Αυτά όλα είναι παραδείγματα από αληθινά πρόσφατα περιστατικά σε διάφορα ΕΠΑΛ, και όχι μόνο, της χώρας.
Εκτός αυτών, υπάρχουν κάποιες νομοθεσίες, όπως με ενημέρωσαν στη δευτεροβάθμια, που κατά τη γνώμη μου (και πάρα πολλών άλλων) απλά δένουν πιο σφικτά τα χέρια των εκπαιδευτικών:
1. Εχουν μειωθεί οι μέρες αποβολής που μπορούν να δοθούν σε μέγιστο.
2. Ομως, εκτός αυτού, εφαρμόζεται βάσει νόμου το εξής ακατανόητο: Στην αποβολή ο μαθητής έρχεται στο σχολείο αλλά με απουσίες. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ο μαθητής δεν ενδιαφέρεται για τίποτα και απλά διαλύει το σχολείο κάνοντας όλους τους εκπαιδευτικούς να ασχολούνται μαζί του.
Οι εκπαιδευτικοί είναι εντελώς μόνοι. Ποιος θα σε αποζημιώσει για τα σχισμένα σου λάστιχα ή το καμένο σου αυτοκίνητο; Αν σε συκοφαντήσουν; Αν στη «στήσουν» με λίγα λόγια; Πού θα βρεις το δίκιο σου;
3. Δεν μπορεί να διωχθεί μαθητής από το σχολείο παρά μόνον να αλλάξει περιβάλλον.
Αν και αυτό είναι απόλυτα λογικό για το υποχρεωτικό Γυμνάσιο, δεν έχει κανένα νόημα και δυσκολεύει απεριόριστα τη λειτουργία του Λυκείου. Το Λύκειο δεν είναι υποχρεωτικό!
Συνεπώς, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί μαθητές που δεν έχουν κανένα πραγματικό ενδιαφέρον για το σχολείο και έρχονται μόνο για να το δυναμιτίσουν, δεν μπορούν, εφόσον αποδείξουν ότι είναι αμετανόητοι, απλά να διωχθούν.
Στη μαθητική κοινωνία και στις ηλικίες αυτές λειτουργεί ο «νόμος του ανεγκέφαλου». Οσο πιο «ανεγκέφαλος» είσαι τόσο περισσότερο σε φοβούνται και άρα σε ακολουθούν. Γίνεσαι πρότυπο. Παράγεις δηλαδή αντίγραφά σου και καταστρέφεις κι άλλους.
Θα πρέπει να υπάρχουν ειδικές δομές για τέτοιους ανηλίκους. Τα ΕΠΑΛ είναι συνήθως σχολεία με πανάκριβο εξοπλισμό των οποίων το πτυχίο δίνει και άδεια άσκησης επαγγέλματος!
Θα πρέπει κάποτε να το συνειδητοποιήσουμε αυτό και να σταματήσουμε τη χυδαία μετατροπή τους σε «παιδικούς σταθμούς παραβατικών».
Στα ΕΠΑΛ και στο συγκεκριμένο, όπως διαπίστωσα, υπάρχουν πολλά παιδιά ειδικής αγωγής, με χαμηλή δηλαδή νοημοσύνη, δυσλεξίες, δυσγραφίες, ΔΕΠΥ κ.ά, κάποια εκ των οποίων έχουν διάγνωση και είχαν παράλληλη στήριξη στο Γυμνάσιο, ενώ στο ΕΠΑΛ δεν έχουν ούτε καν τμήμα ένταξης. Αρκετά τέτοια παιδιά έρχονται στο ΕΠΑΛ «για να κάνουν ό,τι θέλουν», όπως λένε τα ίδια. Να «απελευθερωθούν» από τα όποια πλαίσια τους περιόριζαν τα προηγούμενα χρόνια. Μην μπορώντας να διακριθούν με άλλο τρόπο «ανδραγαθούν» διά της παραβατικής συμπεριφοράς τους, επιβάλλοντας τελικά το δικό τους ανεγκέφαλο νόμο στη μαθητική κοινότητα ή πέφτουν θύματα του θερμού αγκαλιάσματος επιτήδειων συμμαθητών τους που τους εντάσσουν στην παρέα – συμμορία.
Ολα αυτά γίνονται εξαιτίας του αντιεπιστημονικού νόμου, που δίνει το ελεύθερο στους γονείς να επιλέγουν οι ίδιοι τη δομή φοίτησης των παιδιών τους αγνοώντας αν θέλουν τις υποδείξεις των ΚΕΔΑΣΥ, δηλαδή των ειδικών για τους οποίους πολύς λόγος γίνεται τελευταία, αλλά επιλεκτικά από ό,τι φαίνεται.
Ο νόμος αυτός δεν είναι παρά μια τραγική στρέβλωση της έννοιας της συμπερίληψης που τελικά υπονομεύει το εκπαιδευτικό μας σύστημα.
Ολα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τα όχι και τόσο νέα πλέον πρότυπα σχέσης μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών, το πέρασμα δηλαδή από τον εκπαιδευτικό «βίαιο δικτάτορα» στον εκπαιδευτικό «οσιομάρτυρα – καρπαζοεισπράκτορα» φαλκιδεύουν τον ουσιαστικότερο πυλώνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αυτόν του ΣΕΒΑΣΜΟΥ. Ο οποίος φυσικά πρέπει να είναι αμοιβαίος.
Διαδραστικοί πίνακες, τάμπλετ, προτζέκτορες, ακόμα και οι ίδιες οι αίθουσες με τις καρέκλες και τα θρανία τους είναι απλά ΒΟΗΘΗΤΙΚΑ. Η ουσία είναι ο σεβασμός στον εκπαιδευτικό, ο σεβασμός στην εκπαιδευτική διαδικασία, κάτι που ως κοινωνία έχουμε απολέσει.
Στην εποχή μας οι λέξεις έχουν χάσει τη σημασία τους. Να υπενθυμίσω: Το «ξεχαρβάλωμα» δεν είναι προοδευτική παιδαγωγική. Η στοιχειώδης οριοθέτηση δεν σημαίνει καταπίεση. Το ψηφιακό σχολείο δεν σημαίνει να έχουμε μαθητές άρρωστους, απόλυτα εξαρτημένους από τα έξυπνα κινητά τους. Η παιδαγωγική μας δεν βασίζεται τελικά σε κανένα πραγματικά παιδαγωγικό ρεύμα, δεν αποτελεί συνέχεια των μεγάλων παιδαγωγών, αλλά στρέβλωση αυτών. Στην ουσία, αυτό που εφαρμόζουμε είναι μια προσαρμογή τού «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» ή μάλλον «ο τουρίστας έχει πάντα δίκιο», μια και είμαστε καθαρά τουριστική χώρα σε όλα απ’ ό,τι φαίνεται.
Τα προβλήματά μας δεν είναι τόσο οικονομικά όσο ηθικά. Παλιότερα ο κόσμος ήταν πάμφτωχος αλλά σεβόταν το σχολείο. Στα νησιά υπάρχουν σχολεία – παλάτια φτιαγμένα από μετανάστες που στέλναν χρήματα για να γίνουν σχολεία για τα παιδιά του τόπου τους. Υπήρχε σεβασμός στα «γράμματα».
Ο τρόπος λειτουργίας του εκπαιδευτικού μας συστήματος λειτουργεί όλο και περισσότερο αλλοτριωτικά. Ερχονται παιδιά μεταναστών από χώρες φτωχότερες αλλά με κάποιους κανόνες, τουλάχιστον στα σχολεία, και μαθαίνουν εδώ το «κάνω ό,τι θέλω». Ρωτήστε μετανάστες μαθητές, π.χ. από την Αλβανία, αν υπάρχουν τόσο έντονα τέτοια φαινόμενα εκεί. Ρωτήστε τους να σας πουν ειλικρινά με ποια λέξη θα περιέγραφαν τα σχολεία μας.
Διά την αντιγραφή
*Ο κ. Ανδρέας Γ. Δρυμιώτης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.

