Ενα από τα θεμελιώδη στοιχεία της καθ’ ημάς θρυλούμενης σταθερότητας είναι το οξύ στεγαστικό πρόβλημα. Δεν είναι μόνο σταθερό, έχει γίνει και εκρηκτικό τα τελευταία χρόνια, μετά την έξοδο από τα μνημόνια. Με συνέπεια, όχι μόνο να κονιορτοποιεί το δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή κατοικία, αλλά και να εξασθενεί τις δυνάμεις της κοινωνικής συνοχής και να μπλοκάρει την ανάπτυξη. Μια συνοπτική εικόνα: Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν περίπου το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν το κόστος στέγασης, ενώ ο μέσος όρος στους «27» της Ε.Ε. είναι σχεδόν στο μισό, 19,2%. Το 29% των Ελλήνων στα αστικά κέντρα ζει σε νοικοκυριά που ξοδεύουν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν το κόστος στέγασης, ενώ ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι στο ένα τρίτο, 9,8%.
Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι μόνο δικό μας. Αυτό που μας διακρίνει από άλλους είναι η ιδιάζουσα διαχείρισή του. Τι κάνουμε; Βασικά, ενισχύουμε τη ζήτηση, επιδοτούμε προγράμματα που κάνουν ακριβότερη την κατοικία και δίνουμε φοροελαφρύνσεις σε όσους κατέχουν πολλές κατοικίες και μας κάνουν τη χάρη να τις εκμεταλλεύονται.
Τι κάνει η άλλη Ευρώπη; Από τους πόρους των δικών τους Ταμείων Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η Πορτογαλία διαθέτει 2,7 δισ. ευρώ για την κατασκευή 26.000 κοινωνικών κατοικιών. Η Ισπανία διαθέτει 1 δισ. ευρώ για την κατασκευή 20.000 κοινωνικών κατοικιών. Η Ιταλία 1 δισ. ευρώ για την κατασκευή 10.000 κοινωνικών κατοικιών. Συνολικά, από ευρωπαϊκούς πόρους, επτά χώρες της Ε.Ε. δαπανούν 5,51 δισ. ευρώ για να ενισχύσουν την προσφορά σπιτιών με προγράμματα κοινωνικής κατοικίας.
Αρκούν; Οχι. Για να καλυφθούν οι ανάγκες σύγχρονης κατοικίας με προσιτές τιμές στην Ε.Ε., υπολογίζεται ότι απαιτείται δαπάνη της τάξης των 50 δισ. ευρώ. Αλλά η κατεύθυνση είναι σαφής: ενίσχυση της προσφοράς με προγράμματα κοινωνικής κατοικίας. Πρώτη είναι η Αυστρία, όπου 62% των κατοικιών στη Βιέννη είναι κοινωνικές, ακολουθούν η Ολλανδία με 2,3 εκατ. κοινωνικές κατοικίες, η Γαλλία με 5 εκατ. κοινωνικές κατοικίες κ.λπ.
Αλλ’ αυτά δεν τα κάνει μόνο η Ευρώπη του κοινωνικού κράτους. Τα κάνει και η Σιγκαπούρη, το κράτος-παγκόσμιο σύμβολο της ελεύθερης αγοράς.
Λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες αναπαραγωγής της εργασίας, δεν πετάνε όσους δεν έχουν ιδιοκτησία.
Λοιπόν, ένα θεμέλιο της ανάπτυξης της Σιγκαπούρης είναι ο θεσμός της κοινωνικής κατοικίας. Περισσότεροι από το 75% των κατοίκων της Σιγκαπούρης ζουν σε 1,1 εκατ. διαμερίσματα που έχουν κατασκευαστεί από το κράτος και μισθώνονται για 99 χρόνια σε χαμηλές, επιδοτούμενες τιμές. Είναι συγκροτήματα κατοικιών με εγκαταστάσεις αναψυχής και άθλησης, καταστήματα εστίασης, παντοπωλεία και άλλες υπηρεσίες.
Το κράτος της Σιγκαπούρης δεν επέλεξε να δώσει μια οποιαδήποτε λύση στο στεγαστικό, αλλά μια λύση που συνδυάζει την κρατική παρέμβαση με την ιδιωτική ιδιοκτησία σε προσιτό κόστος, προωθώντας την κοινωνική σταθερότητα και στηρίζοντας μια εξαιρετικά δυναμική οικονομική ανάπτυξη.
Το μοντέλο της Σιγκαπούρης, για να μπορεί να αναπτύσσεται, παίρνει υπόψη τις ανάγκες αναπαραγωγής της μισθωτής εργασίας, διατηρεί έναν συμπεριληπτικό χαρακτήρα, δεν πετά στο περιθώριο όσους δεν έχουν ιδιοκτησία. Στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό καταλαβαίνουν καλά τη σημασία που έχουν για την ανάπτυξη ορισμένα βασικά, που είναι ανίκανη να κατανοήσει η τελευταία νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της Ευρώπης, η ελληνική.

