Η αναθεώρηση ενός Συντάγματος δεν αποτελεί ευκαιρία για πολιτικά παιχνίδια και συγκυριακές διευθετήσεις. Είναι στιγμή θεσμικής αυτογνωσίας. Η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος τείνει πάντοτε να επικεντρώνεται σε επιμέρους άρθρα: στον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, στην ευθύνη των υπουργών, στο παλαιολιθικό άρθρο 16. Καλά κάνουμε και τα συζητάμε, αλλά συχνά ξεχνάμε το ουσιώδες ερώτημα: είναι το πολίτευμά μας τόσο δημοκρατικό και φιλελεύθερο όσο θα θέλαμε; Απαντώ ευθέως: όχι!
Το ελληνικό Σύνταγμα ξεκινά με μια διακήρυξη: «Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία». Ταυτόχρονα, κατοχυρώνει ατομικά δικαιώματα και την αξία του ανθρώπου ως «πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Αλλά ενώ δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το ότι η Ελλάδα είναι φιλελεύθερη δημοκρατία, δεν είναι μια από τις καλύτερες, ιδίως αν τη συγκρίνουμε με τον ιστορικό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δηλαδή τα κράτη που κι εμείς αντιμετωπίζουμε ως θεσμικά πρότυπα. Οι περισσότεροι διεθνείς δείκτες που μετρούν την πολιτική, ατομική και οικονομική ελευθερία μάς τοποθετούν πολύ χαμηλά. Ας δούμε γιατί:
Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν εξαντλείται στην αρχή της πλειοψηφίας. Αποτελεί πρωτίστως ένα σύστημα θεσμικών αντιβάρων. Οπως έγραφε ο Τζέιμς Μάντισον (ο βασικός συγγραφέας του αμερικανικού συντάγματος), «πρέπει πρώτα να δώσουμε στην κυβέρνησή μας την απαραίτητη δύναμη για να κυβερνά και έπειτα να την υποχρεώσουμε να ελέγχει τον εαυτό της». Αυτή είναι η ουσία της διάκρισης των εξουσιών.
Στην Ελλάδα, η διάκριση αυτή είναι περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική. Η εκτελεστική εξουσία ελέγχει τη νομοθετική μέσω της κομματικής πειθαρχίας και του πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου διακυβέρνησης. Η Βουλή λειτουργεί ως μηχανισμός επικύρωσης κυβερνητικών επιλογών. Η νομοθέτηση με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και οι αναρίθμητες τροπολογίες της τελευταίας στιγμής έχουν καταστεί κανονικότητα. Η ποιότητα της νομοθετικής διαδικασίας υποβαθμίζεται και μαζί της το κράτος δικαίου. Οι θεσμοί είναι συστήματα κανόνων και οι μηχανισμοί επιβολής τους. Οταν αυτοί οι κανόνες παρακάμπτονται συστηματικά, όταν η κανονικότητα γίνεται εξαίρεση και η εξαίρεση κανόνας, η δημοκρατία παύει να είναι φιλελεύθερη.
Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το ζήτημα της δικαστικής ανεξαρτησίας. Ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων από την εκτελεστική εξουσία, σε συνδυασμό με την ευρύτερη κουλτούρα πολιτικής εξάρτησης που διατρέχει κάθε ίνα, κάθε φλέβα, κάθε αρμό του ελληνικού πολιτικού συστήματος και των θεσμών του, δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για την ουσιαστική αυτονομία της Δικαιοσύνης.
Ο συνταγματικός λαϊκισμός (δηλαδή η ιδέα ότι το Σύνταγμα μπορεί να λύσει κάθε κοινωνικό πρόβλημα) καταλήγει να αποδυναμώνει το ίδιο το Σύνταγμα.
Το Σύνταγμα προστατεύει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, την ελευθερία της έκφρασης, την οικονομική ελευθερία στο μέτρο που δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων. Παρά ταύτα, η ελληνική έννομη τάξη διακρίνεται από έντονο πατερναλισμό. Το κράτος θεωρεί ότι γνωρίζει, κατά τεκμήριο, καλύτερα από τον πολίτη τι είναι «το καλό του». Η υπερ-ρύθμιση και η καχυποψία απέναντι στην επιχειρηματικότητα συνθέτουν ένα περιβάλλον περιορισμένης οικονομικής ελευθερίας. Η οικονομική ελευθερία δεν είναι φετίχ· αποτελεί προϋπόθεση ευημερίας και προσωπικής αυτονομίας. Χωρίς αυτήν, η πολιτική ελευθερία αποδυναμώνεται, καθώς οι πολίτες εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από τη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι η Ελλάδα κατατάσσεται συστηματικώς χαμηλά σε δείκτες ποιότητας θεσμών, προστασίας δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και οικονομικής ελευθερίας.
Επιπλέον, η συνταγματική κατοχύρωση εκτεταμένων «κοινωνικών δικαιωμάτων» χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις αποτελεσματικότητας δημιουργεί μια διαρκή ένταση ανάμεσα στις υποσχέσεις και στις πραγματικές δυνατότητες του κράτους. Οταν το Σύνταγμα μετατρέπεται σε κατάλογο ευχών, υπονομεύεται η κανονιστική του ισχύς. Ο συνταγματικός λαϊκισμός (δηλαδή η ιδέα ότι το Σύνταγμα μπορεί να λύσει κάθε κοινωνικό πρόβλημα) καταλήγει να αποδυναμώνει το ίδιο το Σύνταγμα.
Η αναθεώρηση, λοιπόν, δεν πρέπει να περιοριστεί σε αποσπασματικές ρυθμίσεις. Οφείλει να αντιμετωπίσει αυτές τις κεντρικές προκλήσεις: την ουσιαστική ενίσχυση της διάκρισης των εξουσιών, τη θεσμική θωράκιση της δικαστικής ανεξαρτησίας, τον περιορισμό του συνταγματικού πατερναλισμού και τη διεύρυνση της ατομικής και οικονομικής ελευθερίας. Το Σύνταγμα πρέπει να προστατεύει σφαίρες αυτονομίας, να θέτει όρια στην εξουσία, όχι να επεκτείνει απεριόριστα το πεδίο της.
*Ο κ. Αριστείδης Ν. Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών, διευθυντής του Εργαστηρίου Πολιτικής και Θεσμικής Θεωρίας και Ιστορίας των Ιδεών στο ΕΚΠΑ. Αφιερώνει αυτό το κείμενο στον δάσκαλό του, Αντώνη Μανιτάκη.

