Σε εκείνη την ταινία της δεκαετίας του ’80, το «Χαϊλάντερ», ακούμε το σπαρακτικό τραγούδι του Φρέντι Μέρκιουρι, «Who Wants to Live Forever?».
Ποιος θέλει να ζει για πάντα; Ηταν και ο τίτλος του πρώτου σημειώματος αυτής της εβδομάδας, κατά τη διάρκεια της οποίας διατρέξαμε το βιβλίο «Το μέλλον σε αγαπάει. Πώς και γιατί θα έπρεπε να καταργήσουμε τον θάνατο» («The Future Loves You. How and Why We Should Abolish Death, εκδ. Penguin, 2025 – δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά) του νευροεπιστήμονα Αριελ Ζελέζνικοφ-Τζόνστον.
Ας το γυρίσουμε το ερώτημα, με μια, νομίζω αυτονόητη, κατάφαση: κανένας δεν θέλει να πεθάνει. Αλλά δεν επιθυμούν όλοι να ζήσουν για πάντα.
Αντίφαση: να μη θέλεις να πεθάνεις, αλλά την ίδια στιγμή να φοβάσαι την αθανασία.
Για τον νευροεπιστήμονα Αριελ Ζελέζνικοφ-Τζόνστον, δεν τίθεται ζήτημα: θέλει την αθανασία και όταν λέει στον τίτλο του βιβλίου του ότι «το μέλλον σε αγαπάει», εννοεί στο βάθος ότι όχι μόνο μπορούν η επιστήμη και η τεχνολογία να καταστήσουν εφικτή τη συντήρηση του εγκεφάλου, αλλά ότι εντέλει ο θάνατος είναι μια ανωμαλία και όχι κάτι φυσικό και αυτονόητο όπως νομίζουμε.
Αλήθεια, πώς θα ήταν ένας τέτοιος κόσμος; Χωρίς απώλεια, χωρίς πένθος; Ενας κόσμος όπου κανένας δεν θα λείπει από κανέναν;
Ενα τέτοιο επιστημονικό και τεχνολογικό όραμα έρχεται με καθυστέρηση να αναπληρώσει τη χαμένη φυσικότητα με την οποία οι άνθρωποι στις αγροτικές κοινωνίες ενέτασσαν τον θάνατο στην καθημερινότητά τους, πιστεύοντας σε έναν άλλο κόσμο όπου όλοι θα σμίξουμε με τους αγαπημένους μας.
Η πίστη αυτή έχει πια χαθεί, προ πολλού. Οσο όμως τρομακτικός κι αν είναι ο θάνατος, η έννοια μιας κάποιας αθανασίας μοιάζει με τερατωδία. Οχι;
Τα πάντα στο σύμπαν είναι προορισμένα να χαθούν. Ο Ηλιος μας θα «σβήσει» σε περίπου πέντε δισεκατομμύρια χρόνια. Το ίδιο το σύμπαν θα καταρρεύσει, τα άστρα θα σβήσουν, θα απομείνουν μονάχα μαύρες τρύπες, που και αυτές θα εξαερωθούν. Τίποτα δεν θα μείνει.
Ολα αυτά όμως θα συμβούν έπειτα από ένα αδιανόητα μακρύ, για τα ανθρώπινα δεδομένα, χρονικό διάστημα. Τέτοιο που να ισοδυναμεί με κάτι σαν «για πάντα».
Οσο τρομακτικός κι αν είναι ο θάνατος, μοιάζει να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Η ιατρική, ωστόσο, συνεχίζει να μας προστατεύει και πιθανώς ο μέσος όρος ηλικίας να αυξηθεί και άλλο. Ποιος δεν το θέλει αυτό; Αλλά δεν ξέρω, στ’ αλήθεια, ποιος θα ήθελε να ζει για πάντα.
Ζούμε και πεθαίνουμε με τις αντιφάσεις μας. Με το μεγαλείο και τις αναξιοπρέπειές μας. Ισως γι’ αυτό η ζωή, μέσα στη φαινομενική ματαιότητά της, είναι τόσο συναρπαστική και αρπαζόμαστε από αυτήν απεγνωσμένα.
Είναι, ίσως, αυτό που λέει η Πολωνή ποιήτρια Βισουάβα Σιμπόρσκα στο ποίημα «Η πραγματικότητα απαιτεί»: «Δεν στερείται γοητείας αυτός ο τρομακτικός κόσμος// δεν στερείται πρωινών/ άξιων να ξυπνάς γι’ αυτά».

