Η πρόσφατη συνέντευξη του Γιάννη Στουρνάρα δεν ήταν μία ακόμη τεχνοκρατική παρέμβαση, αλλά μια υπενθύμιση ενοχλητική για όσους θα προτιμούσαν τη λήθη για το τι πραγματικά διακυβεύθηκε το 2015 και τα χρόνια που ακολούθησαν.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μίλησε για αριθμούς, για ρίσκο, για κόστος και συνέπειες. Για μια περίοδο που η χώρα βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού, με κλειστές τράπεζες, capital controls και μια οικονομία που πάγωσε από την αβεβαιότητα. Κυρίως όμως μίλησε για τον κυνισμό και την αθλιότητα της τότε κυβέρνησης, που δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει υπόγειες μεθόδους για να εκβιάσει αποφάσεις.
Η αντίδραση του Αλέξη Τσίπρα δεν υπήρξε αντάξια της βαρύτητας των θεμάτων που κατήγγειλε ο διοικητής της ΤτΕ. Αντί για τεκμηριωμένη απάντηση επέλεξε την οδό της φθηνής ειρωνείας και του υπαινιγμού. Καμία ουσιαστική αντιπαράθεση με στοιχεία, καμία καθαρή τοποθέτηση για το κόστος της «ηρωικής» διαπραγμάτευσης. Μόνον επιθετική ρητορική, σαν να αρκεί το δηλητήριο για να σβήσει τη μνήμη που –παρά τα όσα επιδιώκει εσχάτως ο πρώην πρωθυπουργός– παραμένει ζωντανή να μας θυμίζει από τι γλιτώσαμε.
Τα γεγονότα όμως είναι πρόσφατα και όλοι θυμόμαστε τι συνέβη και πώς φτάσαμε πολλές φορές στα όρια της θεσμικής εκτροπής. Διότι δεν είναι μυστικό ότι την περίοδο εκείνη, όταν ο διοικητής της ΤτΕ δεν ενέκρινε επιλογές διοίκησης που προωθούσε η τότε κυβέρνηση στην προβληματική Τράπεζα Αττικής, ενεργοποιήθηκαν ελεγκτικοί μηχανισμοί με τρόπο που προκάλεσε εύλογα ερωτήματα. Η «αποστολή» του ΣΔΟΕ στη σύζυγο του Στουρνάρα δεν μπορούσε να εκληφθεί ως απλή σύμπτωση. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, η Δικαιοσύνη και οι ελεγκτικοί θεσμοί λειτουργούν ανεξάρτητα. Οταν όμως οι χρονικές συγκυρίες συμπίπτουν τόσο βολικά με πολιτικές διαφωνίες, η σκιά του εκβιασμού δεν διαλύεται με ανακοινώσεις. Τότε μάλιστα δεν δίσταζαν να λένε «εξωδίκως» ότι αυτά θα παθαίνει όποιος δεν συμμορφώνεται με τις επιδιώξεις τους.
Αν ο κ. Τσίπρας θεωρεί ότι όλα αυτά είναι ανυπόστατα (που δεν είναι), οφείλει να δώσει τις δικές του πειστικές εξηγήσεις και όχι να απαντά με χαρακτηρισμούς και εξυπνακισμούς. Διότι το ζήτημα δεν είναι προσωπικό, καθώς αφορά το αν –σε μια κρίσιμη στιγμή για τη χώρα– η εκτελεστική εξουσία σεβάστηκε τα όριά της ή επιχείρησε να τα υπερβεί για να επιβάλει επιλογές σε ένα τραπεζικό σύστημα ήδη τραυματισμένο.
Η υπόθεση της Τράπεζας Αττικής υπήρξε ένα από τα πλέον σκοτεινά κεφάλαια εκείνης της περιόδου. Καθυστερήσεις, αμφιλεγόμενες διοικήσεις, δάνεια σε ημετέρους και… βοσκοτόπια, με τις κεφαλαιακές ανάγκες του ιδρύματος να διογκώνονται επικίνδυνα. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η σύγκρουση με τον κεντρικό τραπεζίτη δεν ήταν μια απλή διαφωνία προσώπων. Ηταν σύγκρουση για τον έλεγχο και την κατεύθυνση ενός συστήματος που κρεμόταν από μια κλωστή. Η σταθερότητα του Στουρνάρα εκείνη την περίοδο –και όχι μόνο στο θέμα αυτό– έσωσε τη χώρα από τα χειρότερα. Σήμερα, αντί για νηφάλιο απολογισμό, από τον κ. Τσίπρα ακούμε ξανά τον γνώριμο τόνο της καταγγελίας χωρίς περιεχόμενο. Η κοινωνία δεν ζητεί ρητορικά πυροτεχνήματα. Ζητεί απαντήσεις που δεν δίδονται, αλλά πλέον όλοι υπολογίζουν πόσο βαρύ ήταν το κόστος. Γνωρίζουμε επίσης ποια ήταν τα κίνητρα πίσω από τις άθλιες πρακτικές.
Ο κ. Τσίπρας, όσο και να το θέλει, δεν μπορεί να δραπετεύσει από το παρελθόν του. Ακόμη χειρότερα γι’ αυτόν ότι δεν τόλμησε μια στοιχειώδη αυτοκριτική και προσπάθησε να τα φορτώσει όλα στους συνεργάτες του. Η χώρα δεν αντέχει άλλες εύκολες αφηγήσεις. Αν θέλουμε πραγματικά να αφήσουμε πίσω μας την περίοδο της καταστροφής, χρειάζεται καθαρός λόγος, διαφάνεια και αυτοκριτική. Η επιστροφή στη γνώριμη τοξικότητα μπορεί να συσπειρώνει ορισμένους φανατικούς, αλλά δεν εξαγνίζει…

