Το Λεξικοπωλείο ήταν κόσμημα για την πλατεία Προσκόπων που, υποτίθεται, άλλοτε προσήλκυε ανθρώπους του πνεύματος. Το καλό βιβλιοπωλείο ήταν νησίδα με ψαγμένες προτάσεις μέσα σε μία έρημο από διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα, φαγάδικα και ποτάδικα χωρίς γλουτένη. Είχε βιβλία καινούργια και παλιά. Τους πιο ευγενικούς βιβλιοπώλες. Λέσχες ανάγνωσης χωρίς είσοδο όπου κερνούσαν κρασί. Ξένα κι ελληνικά περιοδικά. Εκπληκτικά βιβλία στα αγγλικά και τα γαλλικά. Kαι τώρα κλείνει.
Ηταν μία ανάπαυλα από την αισθητική του εστιατορίου. Αντί για σόμπες και τραπεζοκαθίσματα έβγαζε στο πεζοδρόμιο περιοδικά και κουβερτούλες για τις γάτες. Στην επιδρομή από φούρνους που έχουν ολόδική τους τραυματική ιστορία να σου αφηγηθούν και μπαρ με βραβεία, το Λεξικοπωλείο αντιπρότεινε την αισθητική υπεροχή ενός καθαρού, καλόγουστου χώρου με καλοδιαλεγμένα βιβλία και μόνο υψηλού επιπέδου λογοτεχνικές προτάσεις. Στον θόρυβο για όλη την οικογένεια που έχει γίνει το κέντρο, το βιβλιοπωλείο έλεγε: σώπα, ησύχασε, μπες εδώ μέσα.
Οι πόλεις που χάνουν τα μικρά μαγαζιά, την ποικιλία, το στοιχείο της έκπληξης γίνονται βαρετές. Ευτυχώς δεν μπορεί να πάει κανείς να σηκώσει από την περιοχή το Ωδείο Αθηνών και την Εθνική Πινακοθήκη. Αλλιώς θα τα ’διναν κι αυτά προς ενοικίαση – τιμές Μανχάταν. Μπερδεμένο από το «ράλι ακινήτων», τη χρυσή βίζα και τη στεγαστική κρίση, το κέντρο της Αθήνας παραμιλά, χωρίς να ξέρει σε ποιους απευθύνεται: καφές αράμπικα πολυποικιλιακός, κρασιά χωρίς αλκοόλ, λοφτ 1.500 ευρώ. Α, και μεζεδοπωλεία! «Κουτουκάκια». Τόσο πολλά; Ναι, τόσο πολλά.
Φανερώνονται, έτσι, πράγματα για την προσφορά και τη ζήτηση. Αρκετοί Ελληνες γκρινιάζουν ότι τα βιβλία είναι ακριβά (εν τω μεταξύ δεν υπάρχει άλλη πρωτεύουσα που να ’ναι δωρεάν τόσες συζητήσεις, λέσχες, αναγνώσεις κ.λπ.). Οκ. Καλή η γκρίνια. Ελληνικότατη. Ομως, η οικονομία υπονοεί πως ο καφές αράμπικα ή το χίπστερ ποτό δεν θεωρούνται ακριβά ή, τέλος πάντων, ο πληθυσμός προτίθεται να βάλει το χέρι στην τσέπη γι’ αυτά. Ο ίδιος πληθυσμός βρίσκει δουλειά σε μέρη όπως: παρασκευή σμούθι, σέρβις κι εταιρείες που δίνουν τον βασικό, ενώ απαιτούν ημι-24ωρη εμπλοκή του υπαλλήλου.
Πληθυσμός και αντιπαραγωγικός, και στα πρόθυρα της εξουθένωσης. Μελέτες δείχνουν ότι ένας στους δύο ψάχνει και δεύτερη δουλειά, για να λύσει την εξίσωση μισθός/ημέρες του μήνα. Η παραγωγικότητα και ο πλούτος της χώρας, εν τω μεταξύ, είναι σε ασύγκριτα χαμηλότερα επίπεδα απ’ ό,τι σε χώρες με πιο έξυπνη απασχόληση και αποτελεσματικότερη διαχείριση των πόρων τους, βλ. Ολλανδία. Οπως και να ’χει, οι Ελληνες δουλεύουν πολύ.
Και αρκετοί από τους εργαζομένους δεν αντλούν καμία χαρά από την εργασία τους, γι’ αυτό στις μελέτες δηλώνουν απαισιόδοξοι ή και απελπισμένοι. Μεταξύ άλλων αισθάνονται εξαπατημένοι, υπερχρεωμένοι και «στάσιμοι», ειδικά σε σύγκριση με άλλους Ευρωπαίους. Δηλαδή, χωρίς αυξήσεις και επενδύσεις, χωρίς αποταμιεύσεις και χωρίς πολλές εναλλακτικές. Ισως, λοιπόν, όσοι διασκεδάζουν μέχρι αηδίας, όρθιοι πλάι στους κάδους με τα σκουπίδια, να μην είναι στοιχείο αποδεικτικό κάποιας ακμής, αλλά ακόμη μία εκδήλωση της βαρετής πόλης που μέσα από advertorials και lifestyle προπαγάνδα πρέπει να φανεί ως η μόνη πιθανή!
Η βαρετή πόλη δεν είναι, όμως, μονόδρομος. Η δημιουργικότητα και οι ανάγκες των κατοίκων δεν εξαντλούνται στο αρτιζάναλ κρουασάν με φιστίκι Ντουμπάι. Κι οι άνθρωποι δεν είναι τόσο χαζοί: ξέρουν ότι ο Πολωνός δεν έχει 8 εκατομμύρια επιλογές φαγητού όταν βγαίνει για βράδυ, αλλά διαθέτει μέσα που λειτουργούν, αποταμιεύσεις, οικονομία που καλπάζει κ.λπ. Τι σχέδιο έχει, λοιπόν, η χώρα για όσα την κάνουν ξεχωριστή; Πώς επενδύει στο μέλλον, στον πολιτισμό, στη γλώσσα μας και στις τεχνολογίες, προκειμένου να έχει να προτείνει κάτι πέρα απ’ τα τηγανητά κεφτεδάκια της γιαγιάς;

