Είχε την τύχη να συμπληρώσει σχεδόν έναν αιώνα ζωής. Εναν αιώνα που τον αξιοποίησε με το έργο της και την πνευματική της παρουσία. Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ ανήκε σ’ αυτήν τη φυλή ανθρώπων που δεν καταδέχονται να συνταξιοδοτηθούν ποτέ. Η ιστορία της είναι γνωστή: πρύτανης της Σορβόννης, η πρώτη γυναίκα, διευθύντρια του Κέντρου Ζορζ Πομπιντού και συγγραφέας ενός σημαντικού ιστορικού έργου που ανέδειξε τη σημασία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Αρβελέρ με το έργο της όχι μόνον ολοκλήρωσε τη συμμετοχή του βυζαντινού πολιτισμού στην ελληνική ταυτότητα, αλλά διεκδίκησε για λογαριασμό του και τη θέση που του έπρεπε στην ευρωπαϊκή και κατ’ επέκταση παγκόσμια ιστορία. Από τη μεγάλη τέχνη ώς τους θεσμούς και την πολιτική οργάνωση μιας αυτοκρατορίας που έζησε έντεκα αιώνες και αντιμετωπίζοντας την επέκταση των Αράβων και των Οθωμανών έδωσε τον χρόνο στην αποδεκατισμένη Δύση να οργανωθεί για να σταθεί απέναντί τους. Η Αρβελέρ τον περισσότερο χρόνο της ζωής της τον έζησε στη Γαλλία. Εγραψε τα βιβλία της στα γαλλικά. Αν δεν κάνω λάθος, στα ελληνικά έχει γράψει μόνον το τελευταίο έργο της, το «Γιατί το Βυζάντιο;». Απ’ αυτήν την άποψη η ζωή της είναι χαρακτηριστική αυτού που συνέβη στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο, της πρώτης μεγάλης διαρροής εγκεφάλων.
Είναι γνωστή η υπόθεση του «Ματαρόα», του πλοίου που ναυλώθηκε από τον Οκτάβιο Μερλιέ για να σώσει την αφρόκρεμα της τότε ελληνικής νεολαίας από τον εφιάλτη του Εμφυλίου. Ο Αξελός, ο Καστοριάδης, ο Κώστας Παπαϊωάννου, ο Κουλεντιανός και άλλοι πολλοί, ακόμη και επιχειρηματίες, όπως οι αδελφοί Μαρινόπουλοι, ήσαν οι επιβάτες του. Η Αρβελέρ πήγε αργότερα στο Παρίσι, το 1950. Οπως και ο Ιάννης Ξενάκης. Ομως και οι δύο ανήκουν σ’ αυτήν την εκλεκτή ομήγυρη των Ελλήνων που δραπέτευσαν απ’ τη ρημαγμένη πατρίδα για να αφήσουν το πνευματικό τους αποτύπωμα στο Παρίσι. Και το ερώτημα, τώρα που έφυγε και η τελευταία των Μοϊκανών, προκύπτει αβίαστα. Γιατί η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, όταν πια εξέλιπαν οι συνθήκες που τους είχαν διώξει, δεν μπόρεσε να τους φέρει πίσω για να τους αξιοποιήσει. Για την ακρίβεια, γιατί δεν θέλησε να τους δώσει κίνητρα για να επιστρέψουν. Μήπως λειτούργησε η εθνική μας αρετή, ο φθόνος, που έκανε όσους ανέλαβαν το πανεπιστήμιο στη Μεταπολίτευση να φοβηθούν τον ανταγωνισμό που θα τους στερούσε τα πρωτεία; Και μιλάμε για ανθρωπιστικές σπουδές και όχι για θετικές επιστήμες που το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν είχε τα μέσα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες όσων είχαν ήδη περγαμηνές στην έρευνα εκτός Ελλάδας. Ας μη μείνουμε στην πικρία, όμως. Ούτε στον πλειστηριασμό εγκωμίων τώρα που η ίδια έκλεισε τον κύκλο της ζωής της. Κι ας κρατήσουμε κάτι που η ίδια είχε πει, πως το σημαντικότερο εργαλείο για να προοδεύσεις είναι η αυτοσυνειδησία.

