Την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου διάφοροι άνδρες στα κοινωνικά δίκτυα αναρωτήθηκαν τι πραγματικά θέλουν οι γυναίκες. Ορισμένες απολύτως επιτυχημένες διαφημιστικές καμπάνιες υποστήριζαν πως αντί για σοκολάτες και λουλούδια θέλουμε εισιτήρια για το θέατρο ή μία δωδεκάδα βιβλία. Κάποιοι έγραψαν «ε, τι λέτε για λίγη δικαιοσύνη;». Τι θα λέγατε κάποιος να γκρεμίσει τα συστημικά θεμέλια του νησιού Επσταϊν; Να δικάσει και να τιμωρήσει όσους κοιμούνται με παιδιά;
Εδώ και μέρες, ένα από τα βασικότερα θέματα συζήτησης στα αγγλόφωνα μέσα ενημέρωσης είναι η υπόθεση Επσταϊ. Δεν έχω γράψει σχετικά, γιατί με βρωμίζει και μόνο η σκέψη εκείνου του νησιού. Ενα τσούρμο πανίσχυροι παιδόφιλοι ή απλώς διεστραμμένοι έκαναν πάρτι και αντάλλασσαν ανήλικα ή κοπέλες. Δεν μπορώ να διαβάσω τα ηλεκτρονικά μηνύματα όπου ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο ρωτάει τον καταδικασμένο παιδόφιλο πότε θα τον καλέσει στο νησί του. Είναι σαν εφιάλτης βγαλμένος από το Little Life. H κτηνώδης φύση της πατριαρχίας, όμως, δεν χρειαζόταν τα αρχεία Επσταϊν για να αποκαλυφθεί, γι’ αυτό είναι αρκετά ενδιαφέρον το σοκ που –καθόλου τυχαία– κυρίως καταλαμβάνει άνδρες σχολιαστές. Εμείς ξέραμε.
Προτιμώ να στραφώ στον πιο αξιοπρεπή άνθρωπο του κόσμου αυτές τις ημέρες, στην κυρία Πελικό. Κυκλοφορούν τα απομνημονεύματά της. Προχθές έδωσε μία καλή συνέντευξη στο BBC, το οποίο δυστυχώς εστιάστηκε υπερβολικά στα συναισθήματα της Πελικό και στη συγκίνηση, αντί να ξεμπροστιάσει τις νομικές και οικονομικές βάσεις της σεξουαλικής εκμετάλλευσης γυναικών, ανδρών (π.χ. μεταναστών/μειονοτήτων) και ανηλίκων. Οπως και να ’χει, η κυρία Πελικό κατάφερε να πει μερικά πολύ σημαντικά πράγματα.
Η ντροπή, είπε, πρέπει ν’ αλλάξει πλευρά. Το μήνυμά της είναι πανίσχυρο: δεν φταις για το κακό που σου κάνουν, μη χάνεις την πίστη και την αθωότητά σου. Να υπενθυμίσω ότι η κυρία Πελικό έμαθε από την αστυνομία ότι ο άνδρας της τη νάρκωνε και τη βίαζε συστηματικά μαζί με άλλους. Νόμιζα πως η πίστη μου στους ανθρώπους ήταν η αδυναμία μου, λέει η Πελικό, αλλά τελικά είναι η εκδίκησή μου.
Η κυρία Πελικό μίλησε για τις απαιτήσεις της ποινικής διαδικασίας όπου έπρεπε να επαναλάβει την αλήθεια της, να αντιμετωπίσει τις αισχρές ερωτήσεις της υπεράσπισης και τις (αποδεδειγμένες στη βιβλιογραφία) προκαταλήψεις του δικαστικού συστήματος. Στην Ελλάδα κάτι ανάλογο θα ήταν ακόμη δυσκολότερο, λόγω της βραδύτητας διεκπεραίωσης δικαστικών υποθέσεων και της συναισθηματικής κάλυψης που θα επεφύλασσαν αρκετά Μέσα στο ζήτημα.
Η κυρία Πελικό αποφάσισε η διαδικασία να είναι «ανοιχτή», προκειμένου ο κόσμος να δει ότι οι άνθρωποι που ασκούν βία είναι «κανονικοί», μπανάλ τύποι. Μάλιστα οι βιασμοί εντός γάμου είναι ένα συχνό έγκλημα. Η κυρία Πελικό, μετρημένη, αξιοπρεπής, νικήτρια, δηλώνει πως θα επισκεφτεί τον πρώην σύζυγό της στη φυλακή όπου εκτίει ποινή για μία σειρά από εγκλήματα εις βάρος γυναικών, προκειμένου να του θέσει ερωτήματα. Αρνείται, δηλαδή, στους βιαστές ακόμη και τον «μύθο» του απρόσιτου τέρατος.
Δεν είναι ακριβώς «τέρατα». Είναι άγριοι δισεκατομμυριούχοι, επιχειρηματίες, διανοούμενοι και καθηγητές. Δικηγόροι, σκηνοθέτες, οικογενειάρχες, υπάλληλοι. Ανδρες που επιχειρούν να κεντροθετηθούν στην προσωπική ιστορία γυναικών και παιδιών μέσω της ανάρμοστης επιρροής ή της βίας που τους ασκούν. Η κυρία Πελικό αρνείται να υποκύψει ακριβώς σ’ αυτό. Τη ζωή της την ορίζει η ίδια. Μπροστά στο χάος της συστηματικής κακοποίησης (που σου αναδιατάσσει το μυαλό) προτάσσει ένα σχέδιο ζωής, την ανάκτηση του ελέγχου. Δεν πλένει πια τα ρούχα του κακοποιητή της. Δεν τ’ απλώνει. Επιβίωσε και τώρα ζει χωρίς να δίνει αναφορά. Αν μπορώ εγώ, μπορείς κι εσύ, λέει.

