Από τη δεκαετία του 1950, όταν Ελλάδα και Τουρκία εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ, η πιθανότητα ενός πολέμου μεταξύ των δύο κρατών είχε μηδενιστεί. Είχε εξοβελιστεί ως τρόπος επίλυσης των διαφορών τους, με εγγυήτρια δύναμη τις ΗΠΑ. Κάθε φορά που η ένταση κορυφωνόταν, εμφανιζόταν κάποιος Αμερικανός ειδικός απεσταλμένος για να αποτρέψει έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο. Αυτή η στρατηγική παραμένει αναλλοίωτη μέχρι σήμερα, συνεπικουρούμενη και από τα σχετικά πρόσφατα οικονομικά – ενεργειακά δεδομένα της περιοχής μας.
Μέσα σ’ αυτό το ιστορικό περιβάλλον εβδομήντα ετών θα εντάξουμε και την παρουσία στην πατρίδα μας δύο ειδικών απεσταλμένων των ΗΠΑ, ώστε τα «ήρεμα νερά» που παρατηρούνται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις να προσλάβουν μόνιμο χαρακτήρα. Αυτό προφανώς είναι κάτι θετικό. Ουδείς εχέφρων άνθρωπος θα ήθελε να ξαναδεί εντάσεις, κάθε μορφής επεισόδια, πολύ δε περισσότερο μια σύρραξη μεταξύ των δύο κρατών. Επειδή τα θέματα που απασχολούν Ελλάδα και Τουρκία, λόγω της πολυπλοκότητάς τους, αγγίζουν και άλλα κράτη της νοτιοανατολικής Μεσογείου, φαίνεται ότι η αμερικανική πλευρά προκρίνει μια πενταμερή διάσκεψη για την αντιμετώπισή τους. Αυτή η προοπτική, για να έχει ουσιαστικό αντίκρισμα περνάει υποχρεωτικά μέσα από την επίλυση του Κυπριακού. Οπότε, αφετηριακά ας κρατάμε μικρό καλάθι, καθώς οι θέσεις των δύο πλευρών είναι στρατηγικά αποκλίνουσες.
Σήμερα, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι η διεθνής εικόνα της Ελλάδας δεν έχει καμιά σχέση με αυτήν της προ επταετίας ή δεκαπενταετίας.
Φυσικά, με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ ουδείς γνωρίζει τι θα ξημερώσει, αλλά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων –δηλαδή αν η διαδικασία επίλυσης κινηθεί εντός των πλαισίων του ΟΗΕ– να μην περιμένουμε αποτέλεσμα. Και στην προκειμένη περίπτωση η συμμετοχή ή μη της τουρκοκυπριακής πλευράς δεν αποτελεί ένα διαδικαστικό πρόβλημα, καθώς ούτως ή άλλως θα παραγάγει εντάσεις. Συγχρόνως, είναι γνωστό ότι Αίγυπτος και Λιβύη ερίζουν για την ΑΟΖ, ενώ –και αυτό δεν θα πρέπει να διαφεύγει την προσοχή μας– το Ισραήλ αναδεικνύεται σε ισχυρό ενεργειακό παίκτη στην περιοχή.
Η πατρίδα μας θα πρέπει να ανησυχεί από το ενδεχόμενο σύγκλησης της πενταμερούς για τη νοτιοανατολική Μεσόγειο (Ελλάδα, Κύπρος, Τουρκία, Αίγυπτος, Λιβύη) υπό την επιστασία των ΗΠΑ; Εξαρτάται από την οπτική γωνία που βλέπουμε το ζήτημα. Οσοι αισθάνονται εθνικά ανασφαλείς είναι λογικό να ανησυχούν. Επίσης, όσοι επιζητούν η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας να είναι τουρκοκεντρική και άρα ετεροκαθοριζόμενη. Απεναντίας, όσοι βλέπουν ότι η θέση της πατρίδας μας έχει αναβαθμιστεί και βελτιωθεί σε όλα τα επίπεδα, δεν έχουν κανένα λόγο να στέκονται αρνητικά στο ενδεχόμενο της πενταμερούς. Οταν ένα κράτος συμμετέχει σε τέτοια συλλογικά σχήματα δείχνει την αυτοπεποίθησή του, στον βαθμό βέβαια που αυτή η αυτοπεποίθηση εδράζεται σε πραγματικά δεδομένα. Και σήμερα ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι η διεθνής εικόνα της Ελλάδας δεν έχει καμιά σχέση με αυτήν της προ επταετίας ή δεκαπενταετίας.
Συνεπώς, οι Αμερικανοί ειδικοί απεσταλμένοι κάνουν τη δουλειά τους και η ελληνική κυβέρνηση κάνει τη δική της δουλειά.

