Πράγματα γνωστά, καίτοι απολησμονημένα: η ποιότητα της ζωής αξιολογείται από τη συμπεριφορά μας στους αδύναμους. Και ανέκαθεν παντελώς αδύναμοι ήσαν οι τεθνεώτες. Στην περίπτωσή τους οι εν ζωή περιλειπόμενοι είχαν κι έχουν τον τελευταίο λόγο.
Η πρώτη απώλεια που βίωσα στην πρώιμη εφηβεία μου με προσδιόρισε. Ηταν ο θείος μου ο Βασίλης, αξιωματικός του Στρατού, που λίγο μετά τα σαράντα του και συνοδεία τιμητικού αγήματος, αδοκήτως, επέστρεψε για πάντα στον γενέθλιο τόπο του, τα Μελιανά Πρεβέζης. Ακολούθησε σπρωξίδι. Οι χωριανοί αγνοούσαν το πρωτόκολλο. Ξωμάχοι και γιδοβοσκοί οι περισσότεροι, ήσαν ακάτεχοι από εθιμοτυπίες. Κατσικώθηκαν μαυροφορούντες στο έμπα του χωριού να περιμένουν τη νεκροφόρα. Δεν δέχονταν με τίποτα άνθρωπο δικό τους να τον «σηκώνουν» ξένοι –έστω κι ένστολοι– και να πάει άκλαυτος ο «ξεχωρισμός» του.
Παρά τις ενστάσεις των βαθμοφόρων, κουβάλησαν τον θείο μου στο πατρικό του να τον μυρώσουν και να τον μοιρολογήσουν καταπώς ήξεραν. Να σπάσουν κι ένα πιάτο στο ξεπροβόδισμά του. Κι ύστερα, πάντα επ’ ώμου, οι χωριανοί μας τον πήγαν περατζάδα να χαιρετήσει τον τόπο. Μετά τη λιτάνευση της σορού, πριν τον χωματίσουν στο μνημούρι, οι πιο σβέλτοι πρόλαβαν να παραχώσουν στην κάσα τσιγάρα και νομίσματα. Ακολούθησαν οι καφέδες της παρηγοριάς, τα κονιάκ για το συχώριο και το νεκρόδειπνο με τα βρισκούμενα στο σπίτι.
Δεν μιλώ για πολύ παλιά. Στη δεκαετία του 1980 αναφέρομαι. Και το κάνω για να θυμίσω πως μέχρι πρότινος ο νεκρός ανήκε στους οικείους του και στην κοινότητά του. Αυτοί φρόντιζαν το σκήνωμά του. Αυτοί τον ξενυχτούσαν. Αυτοί τον αποχαιρετούσαν. Και αυτοί τον πενθούσαν. Αυτή ήταν η σειρά. Μνημόσυνα και μακαριές. Ν’ αναπαυτεί το έρμο κορμί και, όταν έρθει η ώρα, οι ζώντες να συλλέξουν οστά γεγυμνωμένα. «Γη ει και εις γην απελεύση». Το σώμα –το πιο τίμιο, η μορφή του–, εκτός από στεναχώρια, ήταν σπορά.
Σήμερα το αποϊερωμένο σώμα δεν είναι σπορά· είναι βάρος. Το σώμα δεν το περιθάλπει πλέον η οικογένεια και η κοινότητα – η φροντίδα του ανήκει στους επαγγελματίες των γραφείων τελετών. Πιθανώς, δεν ξέρω, να ακολουθούνται και κάποια υγειονομικά πρωτόκολλα που μας φυλάνε από τους νεκρούς. «Σέιφ» πράγματα και χωριστά τσανάκια. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς κι οι πεθαμένοι στα ψυγεία.
Ο θάνατος και το πένθος σαν να μη μας αφορούν. Μια αχρείαστη ενόχληση είναι. Καλύτερα είναι να μην πολυφαίνονται. Να αποπέμπονται πάντα στις παρυφές των αστικών ιστών και να συνθλίβονται από τα ντουβάρια της ιδιώτευσης. Ο καθείς και η κατά μόνας οδύνη του. Αχρείαστες κι οι προσευχές. Στέλνουμε σωρηδόν συλλυπητήριες «φατσούλες» – οι οθόνες στενάζουν από τις εξ αποστάσεως συμπάθειες. Κι αν στα νεκροταφεία ακούγονται ακόμη –έστω ξεπνοημένες– «ιδανικές φωνές κι αγαπημένες εκείνων που πεθάναν», στα αποτεφρωτήρια δεν υπάρχουν παρατονίες. Δεν υπάρχουν και οστά γεγυμνωμένα παρά ο αποστειρωμένος κονιορτός τους. Εδώ δεν φωτίζει κανένα καντήλι το απότριμμα, δηλαδή η μνήμη δεν έχει κανέναν τόπο να ακουμπήσει την αγκούσα της.
Δεν τα γράφω αυτά για να ψέξω κανενός τις επιλογές. Τα γράφω, μπας και θυμηθούμε εκείνη τη ζωοποιό μελέτη θανάτου, που για αιώνες ακροζυγιάστηκε στη λαϊκή απόφανση «τούτη η γη που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε». Oχι επειδή είναι μια σοφή παραδοχή, αλλά επειδή μας θυμίζει το μπόι μας κι όταν κι όσο δεν τη λησμονούμε, λιγοστεύουμε τις ευκαιρίες να πάρει το πάνω χέρι το κακό και το άδικο.
Οι παλιότεροι ίσως θυμούνται ότι οι άνθρωποι στα χωριά μας ζούσαν και πέθαιναν έχοντας περί πολλού την ελάχιστα παραγωγική διερώτηση «τι ψυχή θα παραδώσουμε;». Εμείς –οι «ξεβλαχεμένοι»– ούτε τους ζηλεύουμε ούτε τους νοσταλγούμε αυτούς τους ανθρώπους. Συνήθως τους οικτίρουμε. Ξενοιάσαμε από τις σκοτούρες τους, έχοντας αποφασίσει ότι ούτε ψυχή έχουμε να παραδώσουμε πουθενά, ούτε σώμα να φυλάξουμε κάπου.
Υπερβολές; Μπα, δεν νομίζω. Να το πω όμως κι αλλιώς, κυριολεκτώντας αυτή τη φορά: άμα συνεχίσουμε να καταπίνουμε αμάσητη την πρόοδο, ας ξέρουμε τουλάχιστον ότι τα κουκούτσια της, ενίοτε, μένουν αχώνευτα και μας ζημιώνουν.
*Ο κ. Θεόδωρος Παντούλας είναι συγγραφέας.

