Το 1991 εκδόθηκε η «Μαύρη Αθηνά». Την έχει γράψει ο Μαρτίν Μπερνάλ, ειδικός στον αφρικανικό πολιτισμό και στις ρίζες του δυτικού πολιτισμού. Στο βιβλίο αυτό, που αναθεωρεί τις εδραιωμένες αντιλήψεις για την αξία του ελληνικού και –κατ’ επέκταση– κλασικού πολιτισμού, ο Μπερνάλ υποστηρίζει ότι ο πυλώνας της δυτικής παιδείας έχει αφροασιατικές ρίζες. Είναι χαρακτηριστική η κριτική που του αφιέρωσε το εκπαιδευτικό ένθετο των «Τάιμς». «Ο ρατσισμός δεν ανεχόταν την ιδέα ότι ο Ελληνισμός μπορεί να χρωστούσε οτιδήποτε στην Αφρική… Ο πολιτικός στόχος της Μαύρης Αθηνάς είναι να μειώσει την ευρωπαϊκή αλαζονεία…». Eκτοτε η Μαύρη Αθηνά αποτέλεσε τη βίβλο μιας διανόησης που αναπτυσσόταν μεν στα δυτικά πανεπιστήμια, προσπαθούσε όμως να αποδομήσει την πρωτοκαθεδρία του δυτικού πολιτισμού. Βρισκόμαστε στη γέννηση του αστερισμού του woke, της κουλτούρας ακύρωσης και της πολιτισμικής αποαποικιοποίησης. Στον Μπερνάλ απάντησε η Μαίρη Λέφκοβιτς με το έργο της «Η Μαύρη Αθηνά. Μύθοι και παραποιήσεις του αφροκεντρισμού». Η Λέφκοβιτς δέχθηκε καταιγισμό επιθέσεων από τους αγωνιστές της πολιτισμικής σχετικότητας και της προσπάθειας αποδόμησης του δυτικού πολιτισμού. Το ζήτημα εννοείται δεν έχει λυθεί και έκτοτε δεν παύει να επανέρχεται στην επιφάνεια των συζητήσεων γύρω από τον κλασικό πολιτισμό και τη σημασία που μπορεί να έχει στον σύγχρονο «πολυπολιτισμικό» κόσμο. Λεπτομέρεια: η έννοια της πολυπολιτισμικότητας είναι αμιγώς δυτική και προέρχεται από τον «αλαζονικό» και «αποικιοκρατικό» ευρωπαϊκό πολιτισμό. Στον μουσουλμανικό κόσμο, για παράδειγμα, δεν υφίσταται. Κανένας πολιτισμός δεν γεννήθηκε εκ του μηδενός. Ούτε ο ελληνικός. Οι ίδιοι οι Eλληνες αναγνώριζαν την αρχαιότητα της αιγυπτιακής σοφίας ή τα ασιατικά επιτεύγματα στην αστρονομία. Ο ελληνικός πολιτισμός ωστόσο έκανε μία τομή, απ’ την οποία ξεκινά η ιστορία της δυτικής σκέψης, με τα θετικά της και τα αρνητικά της. Ο Πλάτων μπορεί να διδάχθηκε από τους Αιγύπτιους, όμως έγραψε την Πολιτεία, οργάνωσε δηλαδή τη φιλοσοφική γλώσσα την οποία η φιλοσοφία μιλάει ακόμη και σήμερα. Και αν, όπως λέει ο Καστοριάδης, υπάρχει ένα ελληνικό θαύμα, εντοπίζεται σε αυτήν την τομή που οργανώνει τα όρια του δικού της κόσμου.
Και τώρα ας έλθουμε στην ευτράπελη πτυχή της συζήτησης. Αφού η σοφία τους κατάγεται από την Αφρική, γιατί οι αρχαίοι Eλληνες να ήσαν λευκοί; Μήπως τους θεωρούμε λευκούς για να αποκλείσουμε τους Aφρικανούς από τα επιτεύγματά τους; Αν σε αυτήν τη σκέψη προσθέσουμε και το σκηνοθετικό ταλέντο του κ. Νόλαν, τότε βγάζουμε ένα πιάτο το οποίο και πολιτικώς ορθό είναι και πρωτότυπο. Η Ωραία Ελένη ήταν Αφροαμερικανή. Και επειδή δεν υπήρχαν Aμερικανοί στον καιρό του Ομήρου, αν και στην ταινία μιλάει αγγλικά, η Ωραία Ελένη ήταν Aφρικανή, κοινώς μαύρη, για τις ανάγκες της παραγωγής και του box office.
Η αλήθεια είναι ότι η Ελένη δεν υπήρξε ιστορικό πρόσωπο. Υπήρξε προϊόν της ποιητικής μεγαλοφυΐας του Ομήρου, οπότε μπορείς να τη φαντασθείς όπως σου κατέβει. Ο Oμηρος, εξάλλου, έχει μια κακή συνήθεια: δεν περιγράφει με ακρίβεια τις μορφές των ηρώων του. Ο Οδυσσέας πότε είναι ξανθός, πότε μελαχρινός. Μας λέει βέβαια ότι η Ελένη ήταν λευκώλενος. Aρα θα μπορούσε να είναι ασπρόμαυρη και απορώ πώς δεν το σκέφτηκε ο Νόλαν, για να μας δώσει μια καθαρή εικόνα της αφρικανικής ρίζας του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Και το θέμα δεν θα ήταν θέμα εάν περιοριζόταν στην ποιητική άδεια του Νόλαν, κοινώς στην αυθαιρεσία του σκηνοθέτη, ο οποίος θεωρεί εαυτόν ικανό να διορθώνει την πρώτη ύλη του μουντζουρώνοντάς την. Θα μου πείτε ο Oμηρος ήταν τυφλός ενώ ο Νόλαν βλέπει μια χαρά. Oμως, το θέμα δεν είναι εκεί. Το θέμα είναι ότι για μία ακόμη φορά τα τελευταία χρόνια το πνεύμα του πονηρού παρεμβαίνει για να τακτοποιήσει τις ενοχές με τις οποίες η Δύση ταλαιπωρεί τον εαυτό της και τον πολιτισμό της. Η λευκή φυλή είναι ταυτισμένη με την αλαζονεία. Hσαν τόσο αλαζόνες, που πίστευαν ότι η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου ήταν λευκή. Ας την κάνουμε μαύρη για να μάθουν.
Δεν ενδιαφέρει. Θα μπορούσαν να την κάνουν και Εσκιμώα. Εκείνο που ενδιαφέρει, όμως, δεν είναι το ίδιο το γεγονός, όσο η νοοτροπία που κρύβεται πίσω του. Μια νοοτροπία που οδηγεί σε ένα είδος ρατσισμού απέναντι στη λευκή φυλή και, κυρίως, στα έργα της. Εννοείται ότι προνομιούχο θύμα αυτής της νοοτροπίας είναι η κλασική Ελλάδα και τα έργα της. Εννοείται επίσης ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι και κουρασμένος και απογοητευμένος από τον εαυτό του. Εννοείται επίσης ότι δεν χρειάζεται χονδροειδείς υπερασπιστές όπως ο Τραμπ, ο οποίος το μόνο που πετυχαίνει είναι να μας κάνει να αμφιβάλλουμε ακόμη περισσότερο για τις αξίες μας. Και να αναρωτιόμαστε: «Βρε, μπας και η Ελένη ήταν μαύρη;».

