Κάθε φορά που έρχομαι σε επαφή με ξένους διπλωμάτες, πανεπιστημιακούς ή αναλυτές σοκάρομαι από την άγνοιά τους για τα ζητήματα που βρίσκονται στην καρδιά των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Από μια άποψη είναι απολύτως λογικό. Κανείς δεν περιμένει από εμάς να γνωρίζουμε τι χωρίζει τη Χιλή και την Αργεντινή στη Νότια Παταγονία ή τι συμβαίνει με τα νησιά Σενκάκου. Εχουμε βέβαια την ψευδαίσθηση ότι λόγω της Ιστορίας μας και της σημασίας της περιοχής, όλοι ξέρουν τι είναι το Αιγαίο και τι σημαίνει τουρκικός αναθεωρητισμός.
Ο πλανήτης είναι όμως πολύ σύνθετος και οι άνθρωποι που χειρίζονται ή αναλύουν διεθνή θέματα συγκεντρώνονται στα φλέγοντα ή σε αυτά που τους αφορούν άμεσα. Η μόνιμη εσωστρέφεια σε συνδυασμό με την πεποίθηση ότι είμαστε πάντοτε στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος μας δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι όλοι γνωρίζουν το πρόβλημα και ότι έχουμε δίκιο. Δεν είναι όμως έτσι.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλά και στη Γάζα μάς έδειξε πόσο έτοιμη πρέπει να είναι μια χώρα να «πολεμήσει» και στο πεδίο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Ερευνώντας πάλι την κρίση των Ιμίων αντιλήφθηκα πόσο μεγάλη ήταν η άγνοια του Κλίντον και του επιτελείου του για το Αιγαίο. Ο ίδιος ρωτούσε και ξαναρωτούσε «μα γιατί τσακώνονται για δύο σωρούς από βράχια που δεν έχουν απολύτως τίποτα επάνω;», με τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Τόνι Λέικ να του απαντάει ότι και ο ίδιος δεν καταλαβαίνει πώς γίνεται «να επιβιώνουν κατσίκια σε μια βραχονησίδα που δεν έχει καθόλου πράσινο». Αυτοί οι διάλογοι ακούγονται εξοργιστικοί, στο μυαλό μάλιστα κάποιων παθιασμένων μπορεί να εκληφθούν σαν εσκεμμένα προσβλητικοί για τα δίκαιά μας. Πρόκειται για την κατηγορία συμπατριωτών μας που θεωρούν ότι εκπληρώνουν το εθνικό τους χρέος όταν μπαίνουν στο Χ (πάλαι ποτέ Twitter) και βρίζουν κάποιον που παίρνει θέση υπέρ της Τουρκίας. Εκτονωτικό, δεν λέω, αλλά όχι αποτελεσματικό.
Στη μάχη της δημόσιας διπλωματίας δεν θα έπρεπε να θεωρούμε τίποτα δεδομένο. Τίποτα απολύτως! Πολιτικοί, κρατικές υπηρεσίες και ιδιώτες είναι ανάγκη να συμπράξουν για να αποκτήσει η χώρα μηχανισμούς και ειδικούς σε αυτόν τον τομέα. Τα βάσιμα επιχειρήματά μας πρέπει να «μεταφραστούν» με τρόπο κατανοητό και, κυρίως, με τρόπο που να πείθει ότι πρέπει να ενδιαφέρουν και τους ξένους συνομιλητές μας. Ο τόμος των Ντόκου – Συρίγου με τους χάρτες του Αιγαίου θα μπορούσε να είναι ένα από τα πολλά εργαλεία σε αυτή την προσπάθεια, σε συνδυασμό με εξαγώγιμους Ελληνες ειδικούς οι οποίοι θα οργώνουν τα ισχυρά κέντρα αποφάσεων. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλά και στη Γάζα μάς έδειξε πόσο έτοιμη πρέπει να είναι μια χώρα να «πολεμήσει» και στο πεδίο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Στη μνήμη μου είναι βαθιά χαραγμένη μια κωμικοτραγική εμπειρία με έναν σημαντικό σύμμαχο των ελληνικών συμφερόντων στις ΗΠΑ, την εποχή που μας απασχολούσε έντονα το όνομα των Σκοπίων. Οταν βρέθηκε με μια ομάδα Ελλήνων τούς ζήτησε αν μπορούν να του εξηγήσουν το ζήτημα. Στην ερώτηση «από πού να ξεκινήσουμε;» απάντησε αφοπλιστικά «ίσως από τον Μέγα Αλέξανδρο, γιατί δεν έχω ιδέα ποιος ήταν».

